Translate

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

51.Ποίηση Dylan Tomas A! WAS THERE A TIME B! THE HUNCHBACK IN THE PARK


Ποίηση   Dylan Τοmas

WAS THERE A TIME

Υπήρξε άραγε εποχή που χορευτές με τα βιολιά τους
Στα τσίρκο των παιδιών μπορούσαν να αντέξουν τα βάσανά τους?
Υπήρξε εποχή που μπορούσαν να κλάψουν πάνω από τα βιβλία,
Αλλά ο χρόνος έβαλε το σαράκι του πάνω στα χνάρια τους.
Κάτω απ'το θόλο τ'ουρανού είναι ανασφαλείς.
Ότι δεν έγινε γνωστό ποτέ είναι ασφαλέστερο  σ'αυτή τη  ζωή.
Κάτω απο τ'αστέρια τ' ουρανού αυτοί που δεν έχουν χέρια 
Έχουν καθαρότερα  χέρια,και,καθώς το άψυχο πνεύμα
Είναι μόνο του και ακίνητο ,ο τυφλός βλέπει άριστα.




THE HUNCHBACK(O Kαμπούρης)

Ο καμπούρης στο πάρκο,

Ένας μοναχικός κύριος

Στημένος ανάμεσα στα δένδρα και το νερό

Από την ώρα που ανοίγει η κλειδαριά του κήπου

Για να αφήσει  να μπουν μέσα τα δένδρα και το νερό

Μέχρι να σημάνει μέσα  στο σκοτάδι Κυριακή.

Έτρωγε ψωμί από μιαν εφημερίδα,

Έπινε νερό από το αλυσοδεμένο κύπελλο

Αφού τα παιδιά γέμισαν με χαλίκι

Τη γούρνα της πηγής, εκεί που ταξίδευα το καραβάκι μου,

Και κοιμόταν  τη νύχτα στο  σκυλόσπιτο

Χωρίς κάποιος να τον δένει.



Όπως τα πουλιά του πάρκου ερχόταν πρωί,

Όπως το νερό, καθόταν κάτω

Και τα σχολιαρόπαιδα της πόλης που έκαναν σκασιαρχείο

Του φώναζαν κύριε ,ψίτ κύριε

Και εξαφανίζονταν χωρίς θόρυβο

Όταν τους έπαιρνε χαμπάρι.   



Η πρώην λίμνη με τα τεχνητά βραχάκια

Γελούσε όταν τίναζε την εφημερίδα του

Τον παράστανε  καμπουριασμένη

Μέσα  από τον θορυβώδη ζωολογικό απ’τους ήχους του άλσους της  ιτιάς

Αποφεύγοντας το φύλακα

Με το μπαστούνι του που μάζευε τα φύλλα.



Και ο γέροντας κοιμώταν σαν σκύλος

Ανάμεσα σε νταντάδες και κύκνους,

Την ώρα που τα παιδιά ανάμεσα στις ιτιές

Έκαναν τις τίγρεις να πετάγονται έξω από τα μάτια τους

Για να βρυχηθούν πάνω στα τεχνητά βραχάκια

Και οι αλέες βάφονταν στα μπλε με τους ναύτες.



Έφτιαχνε όλη μέρα μέχρι το κλείσιμο του άλσους

Μια γυναικεία φιγούρα, χωρίς ψεγάδι

Ολόισια και ψηλή από τα καμπουρωτά του κόκαλα

Αφού έπρεπε να στέκεται μέσα στη νύχτα

Μετά τις κλειδαριές και τις αλυσίδες.



Όλη τη νύχτα μέσα στο φυσικό πάρκο

Μετά τα κάγκελα και τις φράουλες

Τα πουλιά, το χορτάρι, τα δένδρα, η λίμνη

Και τα άγρια παιδιά ,αθώα όπως οι φράουλες,

Έπρεπε να ακολουθήσουν τον καμπούρη
Στο σκυλόσπιτό του στο σκοτάδι.

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

65.H ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ ΤΗΣ ΑΝΕΜΩΤΙΑΣ

65.    Εισαγωγή στη ντοπιολαλιά της Ανεμώτιας Λέσβου(Μυτιλήνη)


                                                  1   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 Με την παρούσα εργασία μου επιχειρώ εκτός των άλλων να συμβάλω στη διατήρηση της γλωσσικής μας κληρονομιάς. Τις λέξεις και εκφράσεις που θα βρει ο αναγνώστης τις κατέγραφα όταν μου έρχονταν ξαφνικά στο μυαλό. Πολλές από αυτές έρχονταν στη θύμιση μου κατά τη διάρκεια των νυκτερινών μου αϋπνιών ή συζητώντας με συγχωριανούς μου και περνώντας όσα άκουγα στο κινητό μου τηλέφωνο. Οι φίλοι μου με παρεξηγούσαν που ασχολιόμουν με το κινητό μου τηλέφωνο στην παρέα, σαν να έστελνα μηνύματα χωρίς ποτέ να τους δίνω εξηγήσεις. Πιστεύω ότι υπάρχουν και άλλες λέξεις και εκφράσεις που προέρχονται μόνο από την Ανεμώτια ή τη Βορειοδυτική Λέσβο, που θα χαιρόμουν να τις δέχομαι και να συμπληρώνεται το λεξιλόγιο αυτό.
         Η παραπάνω εργασία κράτησε μέχρι στιγμής περίπου τέσσερα χρόνια και χρειάστηκε να αναλωθεί πολλή μνήμη. Πιστεύω πως άλλοι συγχωριανοί μου μπορεί να τις κατέγραφαν γρηγορότερα αλλά εγώ ζω μακριά από τα Λεσβιακά κέντρα περίπου 50 χρόνια και δεν είχα τη ίδια ευχέρεια. Η συμβολή μου μπορεί να θεωρηθεί κυρίως ως πρόκληση. Έτσι περιμένω τους καλοπροαίρετους τουλάχιστον. Θα ήθελα επίσης να επισημάνω την αναγκαιότητα να υπάρξει και κάποιος που να έχει τη δυνατότητα και το χρόνο να το κάνει καλύτερα και πιο οργανωμένα. Ίσως κάποιος φιλόλογος, κάποιος νεαρός φοιτητής με την ευκαιρία κάποιου μεταπτυχιακού προγράμματος ή ακόμα και διδακτορικής διατριβής.

Είναι ενδεχόμενο να υπάρχουν λάθη, τα οποία θα χαιρόμουν να διορθώσω. Προς το παρόν με βοηθάει ο γιός μου ο Γιώργος που μου έφτιαξε και το blog μου.

Ορισμένες λέξεις έχουν Τουρκική προέλευση. Δεν το αναφέρω πάντοτε γιατί αποτελούν πλέον μέρος της έκφρασης των συμπατριωτών μου.


Πιστεύω ότι θα βοηθούσε να παραθέσω αρχικά ορισμένα ρήματα που να αποτελούν και δείγματα της γλωσσικής μας ιδιαιτερότητας.

Σημείωση 

Το (j) στο τέλος ή ενδιάμεσα μερικών λέξεων είναι για την προφορά. Δείχνει ότι πρέπει να προφερθεί παχύ. Αφορά κυρίως στις λέξεις που το προτελευταίο γράμμα είναι νι, κάπα ή λάμδα. 


2. ΚΑΠΟΙΑ ΡΗΜΑΤΑ

2α.Eίμαι
Στην Ανεμώτια:

Ενεστώτας
Eίμι, είσι, ένι, είμαστι, είσαστι, ένι
Παρατατικός- Αόριστος
ήμ, ήσ, ήνταν(j), ήμαστι ή ήμασταν(j), ήσαστι ή ήσασταν, ήνταν(j)


Στην περιοχή της πρωτεύουσας (Μυτιλήνη): 
το ήμουν = ήμνταν
Μέλλων
Θα 
Είμι,είσι,ένι,είμαστι,είσαστι,ένι.

 2β.Έχω
Στην Ανεμώτια:

Ενεστώς
Έχου, έχ(j)ς, έχ(j), έχουμι, έχ(j)ιτι, έχ(j)ιν(j)
Παρατατικός
Είχα,είχις,είχι,είχαμι.είχατι,είχαν(j)
Μέλλων
Θα 
Έχου ,έχ(j)ς έχ(j),έχουμι,έχιτι,έχιν(j)
Αόριστος
Είχα, είχις, είχι, είχαμι, είχατι, είχαν(j)

2γ. Έρχομαι
Στην Ανεμώτια:
Eνεστώτας
Έρχουμι, έρχισι, έρχ(j)ιτι, ιρχόμαστι, ιρχόσαστι, ιρχόνταν(j) ή αρχόνταν(j)
Παρατατικός
ιρχόμ,ιρχόσ,iρχόνταν(j),ιρχόμαστι,ιρχόσαστι,ιρχόνταν(j)
Μέλλοντας
Θα
Έρτου, θα έρκ(j)ς,θα έρκ(j),θα έρτουμι ,θα έρτιτι,θα έρτιν(j)
Θα ν'έρτου,θα ν' έρκ(j)ς,θα ν'έρκ(j),θα ν'έρτουμι, θα ν'έρτιτι,θα ν'έρτιν(j)

Mέλλοντας Διαρκείας
Θα
Έρχουμι(τακτικά ή αραιά και που)),έρχισι,έρχιτι,ρχόμαστι,ρχόσαστι,ρχόντιν(j)
Aόριστος
Ήρτα,ήρτις,ήρτι,ήρταμι ,ήρτατι ήρταν(j)
Παρακείμενος
Έχου έρκ(j),έχ(j)ς έρκ,έχ(j) έρκ(j),έχουμι έρκ(j),έχιτι έρκ(j),έχ(j)ν(j) έρκ(j)
Υπερσεντέλικος
Είχα έρκ(j),είχις έρκ(j),είχι έρκ(j),είχαμι έρκ(j),είχατι έρκ(j),είχαν(j) έρκ(j)
. Πηγαίνω(Φεύγω)(πηγαίνω)

Στην Ανεμώτια:
Ενεστώς
Παγαίνου, παγαίν(j)ς, παγαίν(j), παγαίνουμι, παγαίνιτι, παγαίνιν(j)
Έχει την έννοια του πηγαίνω κάπου αλλά και του φεύγω,αναχωρώ.
Παρατατικός
Πάγινα,πάγινις,πάγινι ,παγαίναμι,παγαίνατι,παγαίναν(j)
Έχει την έννοια του πήγαινα αλλά και του έφευγα 
Μέλλων
Θα 
Παγαίνου, παγαίν(j)ς,παγαίν(j),παγαίωουμιγαίνιτι,παγαίνιν(j)
Εδω έχει την έννοια του φεύγω
Μέλλων Διαρκείας
Θα 
Σημ:Παγαίνου,παγαίν(j)ς,παγαίν(j),παγαίνουμι,παγαίνιτι,παγαίνιν(j)
H ερμηνεία είναι ότι είμαι πρόθυμος να πηγαίνω αν με στέλνουν 
Αόριστος
Πάηκα,πάητσις,πάτσι,πάηκαμι,πάηκατι,πάηκαν(j)
Παρακείμενος
Έχου πάγ(j),έχ(j)ς πάγ(j),έχ(j) πάγ(j),έχουμι πάγ(j),έχιτι πάγ(j),έχ(j)ιν(j) πάγ(j)
Υπερσεντέλικος
Είχα πάγ(j),είχις πάγ(j),είχι πάγ(j),είχαμι πάγ(j),είχατι πάγ(j),είχαν(j) πάγ(j)


. Τρώγω
Στην Ανεμώτια:

Eνεστώτας
Τρώγου, τρώς, τρώ, τρώμι, τρώτι, τρών(j)
Παρατατικός
Έτρουγα,έτρουγις,έτρουγι,τρώγαμι,τρώγατι,τρώγαν(j)
Mέλλοντας
Θα 
Φάγου,θα φας,θα φα,θα φάμι,θα φάτι,θα φαν(j)
Mέλλοντας Διαρκείας
Θα
Τρώγου,τρώς,τρώ,τρώμι,τρώτι,τρών(j)
Στον αόριστο
Έφαγα, έφαγις, έφαγι, φάγαμι, φάγατι, φάγαν(j)

Παρακείμενος
Έχου φάγ(j),έχ(j)ς φάγ(j),έχ φάγ(j),έχουμι φάγ(j),έχιτι φάγ(j),έχιν φάγ(j)
Υπερσεντέλικος
Είχα φαγ(j),είχις φάγ(j),είχι φάγ(j),είχαμι φάγ(j),είχατι φάγ(j),είχαν(j) φάγ(j)

2στ. Κοιμάμαι
Στην Ανεμώτια:

Eνεστώτας
Tσμούμι ή τσ(j)μάμι, τσμάσι,τ(j)μάτι, τσ(j)μούμαστι, τσ(j)μούσαστι, τσ(j)μούντιν(j)
Παρατατικός
Τσμούμουν,τσμούσουν,τσμούνταν,τσμούμαστι,τσμούσαστι,τσμούνταν
Μέλλοντας
Θα 
Τσ(j)μηθώ,τσ(j)μηθείς,τσ(j)μηθεί,τσ(j)μηθούμι, τσ(j)μηθούτι, τσ(j)μηθούν(j)
Mέλλοντας Διαρκείας
Θα 
Τσμούμι ή τσμάμι,τσμάσι,τσμάτι,τσμούμαστι,τσμούσαστι,τσμούντιν)j)
Αόριστος
Τσ(j)μήθκα, τσ(j)μήθκις, τσ(j)μήθκι, τσ(j)μηθήκαμι, τσ(j)μηθήκατι, τσ(j)μήθκαν(j)
Παρακείμενος
Έχω τσ(j)μηθεί,έχ(j)ς τσ(j)μηθεί,έχ(j) τσ(j)μηθεί,έχουμι τσ(j)μηθεί έχιτι τσ(j)μηθεί έχ
Yπερσεντέλικος
Είχα τσ(j)μηθεί,είχις τσ(j)μηθεί,είχι τσ(j)μηθεί,είχαμι τσ(j)μηθεί,είχατι τσ(j)μηθεί,είχαν(j) τσ(j)μηθεί

. Μιλώ
Στην Ανεμώτια:

Eνεστώτας
Μλώ, μλάς, μλά, μλούμι, μλούτι, μλούν(j)
Παρατατικός
Μλούσα ή μίλαμ,μλούσις ή μίλασ,μλούσι(μίλα),μλούσαμι μλούσατι,μλούσαν(j)
Mέλλοντας
Θα 
Μλήξου, μλήξ, μλήξ(j), μλήξουμι, μλήξιτι,μλίξιν(j)
Μέλλοντας Διαρκείας
Θα
Μλώ,μλάς,μλά,μλούμι,μλούτι,μλούν(j)
Αόριστος
Μίλ(j)ξα, μίλ(j)ξις, μίλ(j)ξι, μλήξαμι, μλήξατι, μλήξαν(j)
Παρακείμενος
Έχου μλήξχ(j)ς μλήξ(j),έχ(j) μλήξ(j),έχουμι μλήξ(j),έχιτι μλήξ(j) έχιν(j) μλήξ(j)
Yπερσεντέλικος
Είχα μλήξ(j),είχις μλήξ(ξ),είχι μλήξ(j),είχαμι μλήξ(j),είχατι μλήξ(j),είχαν(j) μλήξ(j)

2η. Περπατώ
Στην Ανεμώτια:

Ενεστώτας
Πουρπατώ, πουρπατείς, πουρπατεί, πουρπατούμι, πουρπατούτι, πουρπατούν(j)
Παρατατικός
Πουρπάτγα,πουρπάτγεις,πουρπάτγει,πουρπατούσαμι,πουρπατούσατι,πουρπατούσαν(j)
πουρπατούσα,πουρπατούσις,πουρπατούσι,πουρπατούσαμι,ποτρπατούσατι,πουρπατού-σαν(j)
Μέλλοντας
Θα 
πουρπατήξου,πουρπατήξ,πουρπατήξ,πουρπατήξουμι,πουρπατήξιτι,πουρπατήξιν(j)
Mέλλοντας Διαρκείας
Θα
Πουρπατώ,πουρπατείς,πουρπατεί,πουρπατούμι,πουρπατούτι,πουρπατούν(j)
Aόριστος
Πουρπάτξα, πουρπάτξις, πουρπάτξι, πουρπατήξαμι, πουρπατήξατι, πουρπατήξαν(j)
Παρακείμενος
Έχου πουρπατήξ(j),έχ(j)ς πουρπατήξ,έχ(j) πουρπατήξ,έχουμι πουρπατήξ,έχιτι πουρπατήξ,έχιν(j) πουρπατήξ
Υπερσεντέλικος
Είχα πουρπατήξ(j),είχις πουρπατήξ(j),είχι πουρπατήξ(j),είχαμι πουρπατήξ(j),είχατι πουρπατήξ(j),είχαν πουρπατήξ(j)

Προστακτική: 
"πουρπάτγι βρέ ή μπρέ"

2θ. Πεινώ
Στην Ανεμώτια:

Eνεστώτας
Πνω, πνας, πνα, πνούμι, πνούτι, πνούν(j)
Παρατατικός
Πνούσα,πνούσις,πνούσι,πνούσαμι,πνούσατι πνούσαν(j) 
Μέλλοντας
Θα πνάσου,θα πνάγ(j)ς,θα πνάσ(j),θα πνάσουμι,θα πνάσιτι,θα πνάσιν(j)
Μέλλων Διαρκείας
Θα 
πνώ,πνας,πνα,πνούμι,πνούτι,πνούν(j)
Aόριστος
Πείνασα, πείνασις, πείνασι, πνάσαμι, πνάσατι, πνάσαν(j)
Παρακείμενος
Έχου πνάσ(j),έχ(j)ς πνάσ(j),έχ(j) πνάσ(j),έχουμι πνάσ(j),έχιτι πνάσ(j),έχιν πνάσ(j),
Yπερσεντέλικος
Είχα πνάσ(j),είχις πνάσ(j),είχι πνάσ(j),είχαμι πνάσ(j),είχατι πνάσ(j),είχαν(j) πνάσ(j)

. Θερίζω (αντιπροσωπευτικό των σε -ίζω-)
Στην Ανεμώτια

Ενεστώτας
Θιρίζου, θιρίγ(j)ς, θιρίγ(j), θιρίζουμι, θιρίζιτι, θιρίζιν
Παρατατικός
Θέρζα,θέρζις,θέρζι,θιρίζαμι,θιρίζατι,θυρίζαν(j)
Μέλλοντας
Θα
Θιρίσου,θiριγ(j)ς,θιρίσ(j),θιρίσουμι.θιρίσιτι,θυρίσιν(j)
Μέλλοντας διαρκείας 
Θα
Θιρίζου,θυρίγς,θυρίγ,θιρίζουμι,θιρίζιτι,θυρίζιν
Aόριστος
Θέρσα, θέρσις, θέρσι, θέρσι, θιρίσαμι, θιρίσατι, θιρίσαν
Παρακείμενος
Έχω θιρίσ(j),έχ(j)ς θρίσ(j),έχ(j) θιρίσ(j),έχουμι θιρίσ(j),έχιτι θιρίσ)j),έχιν(j) θιρίσ(j)
Υπερσεντέλικος
Είχα θιρίσ(j),είχις θιρίσ(j),είχι θιρίσ(j),είχαμι θιρίσ(j),είχατι θιρίσ(j) είχαν(j) θιρίσ(j)

. Σπρώχνω

Στην Ανεμώτια:
Ενεστώτας
Γκντώ, γκντάς, γκντά, γκντούμι, γκτούτι, γκτούν(j)
Παρατατικός
Γκντούσα,γκντούσις,γκντούσι,γκντούσαμι,γκντούσατι,γκντούσαν(j)
Mέλλοντας
Θα
Γκντήσου,γκτήγ(j)ς,γκντήσ,γκντήσουμι,γκντήσιτι,γκτήσιν(j)
Mέλλοντας Διαρκείας
Θα
Γντώ,γκτάς,γκντά,γκντούμι,γκτούτι ,γκντούν(j)
Αόριστος
'Εγκντησα ή γκούντσα,έγκντησιςή γκούντσις, έγκτησι ή γούντσι, γκντήσαμι, γκτήσατι, γκτήσαν(j) 
Παρακείμενος
Έχου γκντήσ,έχ(j)ς γκντήσει,έχ(j) γκντήσει,έχουμι γκντήσ(j),έχιτι γκντήσ(j),έχιν(j) γκντήσ(j)
Υπερσεντέλικος
Είχα γκντήσ(j),είχις γκνήσ(j),είχι γκνήσ(j),είχαμι γκντήσ(j),είχατι γκντήσ(j),είχαν(j) γκντήσ(j)

. Θυμάμαι
Στην Ανεμώτια:
Ενεστώτας
Θμούμι, θμάσι, θμάτι, θμούμαστι, θμούσαστι, θμούντιν(j)
Παρατατικός
Θμούμ,θμούσ,θμούνταν(j),θμούμασταν(j),θμούσασταν(j),θμούνταν(j)
Mέλλοντας
Θα
Θμηθώ,θμηθείς,θμηθεί,θμηθούμι θμηθείτι,θμηθούν(j)
Μέλλοντας Διαρκείας
Θα 
Θμούμι,θμούσι,θμούτι,θμούμ;αστι,θμούσαστι,θμούντι(j)
Αόριστος
Θμήθκα, θμήθτσις, θμίθτσι, θμηθήκαμι, θμηθήκατι, θμήθκαν(j)
Παρακείμενος
Έχου θμηθεί,έχ(j)ς θμηθεί έχ(j) θμηθεί,έχουμι θμηθεί έχιτι θμηθεί έχιν(j) θμηθεί
 
. Κοιμάμαι
Στην Ανεμώτια: 

Ενεστώτας
Τσ(j)μάμι ή τσμούμι, τσμάσι, τσμάτι, τσμούμαστι, τσμούσαστι, τσμούντιν(j)
Παρατατικός
Τσ(j)μούμ,τσ(j)μούσ,τσ(j)μούνταν(j),τσ(j)μούμαστι,τσ(j)μούσαστι,τσ(j)μούνταν(j)
 Μέλλων
Θα
Τσ(j)μηθώ,τσ(j)μηθείς,τσ(j)μηθεί,τσ(j)μηθούμι,τσ(j)μηθείτι,τσ(j)μηθούν(j)
Μέλλων Διαρκείας
Θα
Τσ(j)μαμι ή τσμούμι,τσ(j)μάσι,τσ(j)μάτι,τσ(j)μούμαστι,τσ(j)μούσαστι,τσ(j)μούντιν(j)
Αόριστος
Τσ(j)μήθκα, τσ(j)μήθκις, τσ(j)μήθκι, τσ(j)μιθήκαμι, τσ(j)μηθήκατι, τσ(j)μήθκαν(j)
Παρακείμενος
Έχω τσ(j)μηθεί,έχ(j)ς τσ(j)μηθεί,έχ(j) τσ(j)μηθεί,έχουμι τσ(j)μηθεί,έχιτι τσ(j)μηθεί,έχιν(j) τσ(j)μηθεί
Υπερσεντέλικος
Eίχα τσ(j)μηθεί,είχις τσ(j)μηθεί, είχι τσ(j)μηθεί,είχαμι τσ(j)μηθεί, είχατι τσ(j)μηθεί, είχαν τσ(j)μηθεί

. Kλαίω
Στην Ανεμώτια:
 
Ενεστώτας
Κλαίγου, κλαίς, κλαί, κλαίγουμι, κλαίγιτι, κλαίγιν(j)
Παρατατικός
Έκλιγα, έκλιγις, έκλιγι, κλαίγαμι, κλαίγατι, κλαίγαν(j)

Μελλοντας
Θα
Κλάψου,κλάψς,κλάψ,κλάψουμι κλάψιτι,κλάψιν(j)

Αόριστος
Έκλαψα,έκλαψις,έκλαψι,κλάψαμι,κλάψατι,κλάψαν(j)
Παρακείμενος
Έχου κλάψ(j),έχ(j)s κλάψ(j),έχουμι κλάψ(j),έχιτι,κλάψ(j),έχιν(j) κλάψ(j)
Υπερσεντέλικος
Είχα κλάψ(j),είχις κλάψ(j),είχι κλάψ(j),είχαμι κλάψ(j),είχατι κλάψ(j),είχαν(j) κλάψ(j)

.Λιέμι=γυρίζω εδώ και κει, 
Στην Ανεμώτια

Ενεστώτας 
Λιέμι,λιέσι,λιέτι,λιόμαστι,λιόσαστι,λιόντιν(j). 
Παρατατικός
Λιόμ ή λιόμουν,λιόσή λιόσουν,λιόνταν,λιόμασταν,λιόσαστι,λιόνταν



2ο. Τα ρήματα που καταλήγουν σε ευω, όπως παλεύω, γυρεύω:
Στην Ανεμώτια έμπαινε ένα "γ" ανάμεσα στα τελευταία το "υ" και το "ω" και το "ω" γινόταν "ου".
Έτσι είχαμε το ρήμα παλεύω= παλεύγου ή το ρήμα γυρεύω=γυρεύγου.
Επίσης είχαμε τα ρήματα που εκτός από το <<γ>> που έμπαινε πριν την κατάληξη η ίδια η κατάληξη αντί για  "ω" εκφέρεται "ου", όπως το ρήμα "ακούω" που εκφέρονταν ως "ακούγου". Έτσι έχουμε ακούγου, ακούγ(j)ς, ακούγ(j), ακούμι, ακούτι, ακούν(j) ή ακούγιν(j). Το ρήμα "τρέχω" προφέρονταν "τρέχου" κ.ο.κ.Όταν όμως το ρήμα τονίζεται στη λήγουσα όπως πατώ, πεινώ(πνω),περπατώ(πουρπατώ) ο κανόνας αυτού της κατάληξης του ου αντί του ω στα ρήματα δεν ισχύει.
 

 . Τα ρήματα που λήγουν σε "ίζω" (όπως μουρμουρίζω, ποτίζω κ.α - στη γενική εκφέρονται με κατάληξη ιγ(ι)ς και στην αιτιατική ιγ(j))
Στην Ανεμώτια:
μουρμουρίζω, μουρμουρίγ(j)ς, μουρμουρίγ(j), μουρμουρίζουμι, μουρμουρίζιτι, μουρμουρίζιν 


3. Το βοηθητικό μόριο "θα"
Στην Ανεμώτια:
Λέγεται "θη" (π.χ θη πάς τσι σύ στου καφινείου;) = θα πάς και εσύ στο καφενείο;)

4. Τα Κτητικά επίθετα
Π.χ. το "Τα χέρια τους"
Στην Ανεμώτια
"τα χέρια ντουν(j)"

5.Και το σήμα κατατεθέν του νησιού η κατάληξη <<ελλι> και τα επίθετα εις <<ελλης>>
Πρώτο γνωστό στο Πανελλήνιο το μωρό που λέγεται μουρέλ(j) και περιλαμβάνει και ηλικίες άνω των 40 ετών.Ορισμένα από τα αντικείμενα όπως π.χ  το ποτήρι λέγεται  πουτηρέλ(j)=το μικρό ποτήρι,παγιαβλέλ(j)=μικρός αυλός,κουβαδέλ(j)=μικρός κουβάςΔεν συνειθιζόταν π.χ.να λέγονται έτσι πολλά τρόφιμα όπως οι  ελιές που η μικρή ποσότητα του καρπού  λέγεται λιούδις όπως και τα μικρά δενδρύλλιά τους.Έτσι έχουμε και σαρδιλούδις,πατατούδις,Λεγόταν ομως τα αμύγδαλα αμυγδαλέλια,τα απίδια απδέλια,τα σύκα σκέλια,τα σταφύλια σταφλέλια,τα φασόλια φασλέλια,τα ψάρια ψαρέλια
Τα επίθετο ελλης  είναι αντίστοιχο άλλων περιοχών όπως ακης στην Κρήτη,ακος στη Λακωνια-Μάνη,ατος στα επτάνησα,ούδης στα της  Ανατολικής Ρωμυλίας που υποδηλώνουν κάτι το κοντό ,το αδύνατο κ.λ.π.ενός των προγόνων.
6. ΟΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ 

Διφτέρα
Tρικ(j)
Tιτάρκ(j) - παλιότερα Τιτράδ
Πέμκ(j) - παλιότερα Πέφκ(j)
Παραστσιβή
Σάββατου
Κυριακή - παλιότερα Τσιριατσί 

7. ΤΑ ΑΡΘΡΑ 

Το "ο" λέγεται "ου" ή "η", όπως "η Παναγιώκ(j)ς" πολλές φορές γίνεται "γη Παναγιώκ(j)ς" και ου Παναγιώκ(j)ς η Παναγιώκ(j)s .Πιο συνειθισμένο όμως το γη λέγεται όταν ακολουθείται από λέξη που έχει πρώτο γράμμα φωνήεν
Το "η" λέγεται και "γι", όπως "η Αθηνά" ή "γι΄Αθηνά"
Το "το" λέγεται "του", όπως "του μουρόμ", "του μουρέλιμ" 
Eπίσης το άρθρο ο κλίνεται ως εξής
η,γι,ου  π.χ αραμπάς
τ' ,           αραμπά
τουν(j),      αραμπά
γι,          αραμπάδις
τουν(j)   αραμπάδιν(j)

8. ΤΟ ΕΠΙΡΡΗΜΑ 
8α."ΕΔΩ" ''EKEI''
Στην Ανεμώτια
Έδιου
Έφτου & έφτου πέρα 
Έφνα & έφνα πέρα (αν είναι πιο μακριά) 


9. ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ
9α.  "ΕΓΩ" 

Eγώ, εσύ, αυτός, εμείς, εσείς, αυτοί
Στην Ανεμώτια:
ιγώ, ισ(j)ύ, τσ(j)είνους, ιμείς, ισ(j)είς, τσ(j)είνοι

9β. "ΕΚΕΙΝΟΣ" 

Eκείνος, εκείνη, εκείνο, εκείνοι, εκείνες, εκείνα 
Στην Ανεμώτια:
τσ(j)είνους ή τσε(j)είνουνας, τσ(j)είν(j), τσ(j)σείνου, τσ(j)είν(j), τσ(j)είνις, τσ(j)είνα ή τσ(j)είνανα

10.ΤΟ ΜΟΡΙΟ "ΘΑ" 

Όταν βάζουμε το "θα" μπροστά σε ρήμα και η κατάληξή του είναι σε "'άω" (όπως θα φάω, θα πάω) μετά το α μπαίνει ένα γ έτσι 
Στην Ανεμώτια:
Το θα φάω
Eκφέρεται "θη φάγου" και "θη φάγουμι", 
Το θα πάω 
Στην Ανεμώτια εκφέρεται
"θη πάγου" και "θη πάγουμι" και "θη παγαίνουμι" (θα φύγουμε). 

11. Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ "ΕΛ"

Χαρακτηριστική είναι η χρήση της κατάληξης "ελ(j)" σε όλο το νησί της Λέσβου. Έτσι έχουμε λέξεις όπως του τυρέλ(j),του ψουμέλ(j),του μουρέλ(j),του κτέλ(j),του πουτηρέλ(j), του παπαδέλ(j), του κμαρέλ(J) που δείχνουν το μικρό μέγεθος, τη μικρή ποσότητα, τη μικρή ηλικία, το μικρόσωμο κ.λ.π.  



12. ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

Έδουνα δε = Απορία για τις πράξεις κάποιου που θεωρούνται απαράδεκτες.
Έφνα πέρα=Εκεί πέρα, δείχνοντας

Άμα σ’κόψου μια = Άμα σου δώσω ένα μπάτσο - απειλή για ξύλο.
Άη σ’μάνας = Φεύγα από δω.Άντε στη μάνα σου 
Διαβόλ γιε διαβόλ = Βρισιά - γιέ του διαβόλου.
Ακ κακ ακ =Απορία και έκπληξη.
Άκγι = Άκου τι λέει ή τι κάνει.
Σα σι πιάσου θα σι σάσου = Άμα σε πιάσω θα σε δείρω
Για τ’όνουμα τ΄θιού = Έκφραση απορίας - τι είναι αυτά που βλέπω ή που κάνεις.
Tι ξέρου ιγώ = Πού να ξέρω.
Tι λέγ(j) γι’άθρουπους = Τι είναι αυτά που λέει ο άνθρωπος.
Aδικείσαι, κασμά =Αν νομίζεις ότι σε αδικούν πάρε ένα κασμά να σου φύγει ο θυμός
Και ντάκ ντούκ =Χτύπα τον κασμά και δεν θα έχεις κανένα πρόβλημα.
Kαλύτερα καν(j)ς τ ’δλιάς μι του μέλ(j) παρά μι του ξύδ =Καλλίτερα λύνεις τα προβλήματά σου με διπλωματία παρά με τον τσακωμό.
Μπρόμτα τσ’ανάστσιλα = Λόγια όχι με σωστή σειρά, μπερδεμένα.
Να τσι να = Έτσι κι έτσι
Τουν(j) κμασιώσαν(j) = Τον έβαλαν στο Κοτέτσι(κουμάσι στη  .Αλληγορία που σημαίνει ότι κάποιον τoν κατάφεραν να τον βάλουν γαμπρό στο σπίτι χωρίς τη συγκατάθεση των γονέων του με διάφορες περιποιήσεις.Λέγεται για τον σώγαμπρο.
Μούτ λάκ = Κάτι συμβαίνει
Βρέ μουρόμ =  Βρε παιδάκι μου .Στην ουσία είναι καλόπιασμα που κάνει κάποιος όχι μόνο στο παιδί του.
Άιντι λείψι μι = Άντε άφησέ με ήσυχο .
Δεν τ'αλουνίζιν τ'αυγά, τα τγανίζιν =Λέγεται για την προσπάθεια και τον αγώνα που πρέπει να δώσεις για να αποκτήσεις περιουσία.
Ούλα πιθαίνιν τα χούγια όχ(j)=Όλα πεθαίνουν οι κακές συνήθεις όχι
Κτσιά τρώς κτσιά μαρτυράς =Ανάλογα με την παιδεία σου,το χαρακτήρα σου, συμπεριφέρεσαι
Nα'χα μοίρα να'χα τύχη να'χα μια ψω..ή σαν πήχυ
Βαγ(j)ς του νιρό στου γδι τσι του κουπανάς =Βάζεις το νερό στο γουδί και το κοπανάς.Λέγεται γιαυτόν που δεν έχει τι να κάνει και κάνει βλακείες.
Όποιους πιθαίν(j) του λάκκου τ γιμίζ=Όποιος πεθαίνει τον τάφο του γεμίζει.Έκφραση που αναφέρετα στο γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι μόνος και κάποτε θα ξεχαστεί.
Αυτός που κοιτάζ τσ' γονείς τ ,βγάζ μια μπέτρα απ' κ(j) πλάτη τ= Αυτός που φροντίζει τους ηλικιωμένους γονείς του έχει τη συνείδησή του ήσυχη.
Τουν(j) πήρα για  ραβδιστή τσ(j) αυτός μ'βγήκι λιουμαζώχτρα= Μιλά για τον άντρα; που παντρεύτηκε κάποια και τον είχε για δυνατό όπως οι ραβδιστάδες των ελιών  και αυτός της βγήκε αδύναμος σαν συνειθισμένη αδύναμη λιομαζώχτρα γυναίκα .
Τα χωράφια έχιν(j) πέτρες τσι γ(j)ναίκις έχιν(j) μαλλιά .Τσι τα διό θέλιν χτέν(j)σμα χωράφια και οι γυναίκες έχουν μαλλιά,και τα διό θέλουν χτένισμα .Λέγεται για τον τεμπέλη που δεν θέλει να δουλέψει στο χωράφι με το πρόσχημα ότι έχει μέσα του πέτρες.
«Αν μαθ΄ ι στσύλους γράμματα τσι η γάτα να διαβάζ’ τότι τσι συ θα παντριφτείς 
να κάν’ ι κόσμους χάζ’».Το έλεγαν τα αγόρια στα κορίτσια που 
κουβαλούσαν για τον κλείδονα νερό από τρείς βρύσες ,το λεγόμενο αμίλητο νερό, για να τις 
κάνουν να μιλήσουν.
<< Δε σι καταχρειάζουμι για γούρνα στου πιγαδ, για ν'ανασέρνου του νιρό να 
πίνιν οι γαϊδάρ’».Δε σ'έχω ανάγκη όπως μια μικρή ποτίστρα(γούρνα) δίπλα στο 
πηγάδι για να τραβώ νερό και να το ρίχνω μέσα,προκειμένου να πίνουν τα γαϊδουράκια.
Τον ίδιο σκοπό είχε και αυτό αλλά και το παρακάτω.
 «Έχ’ς δυο μάτια σαν αυγά τσι χείλια σα βαρέλια όποιους γυρίσ’ τσι 
συ δει ξηραίνιτι στα γέλια».Έχεις διο μάτια σαν αυγά και  χείλια σα βαρέλια όποιος 
γυρίσει να σε δει ξεραίνεται στα γέλια
«Κλειδώνουμι του Κλήδονα στ΄Αγιού Γιαννιού τη χάρη κι όποια είνι καλουρίζικη να 
δώσει να τουν πάρει».Είναι η απάντηση των κοριτσιών που ξεπερνώντας τη 
δοκιμασία πηγαίνουν στο σπίτι που μαζεύτηκαν όλατα κορίτσια της γειτονιάς αλλά και 
ευρύτερα και αδειάζουν τα αμίλητα σε ένα πήλινο πιθάρι.Εκεί ρίχνουν κάποιο 
μικρό προσωπικό αντικείμενο (παραμανάκι,δαχτυλίδι κ.λ.π. με το οποίο έχει μελετήσει 
κάποιο αγόρι.Το λέγανε την ώρα που βάζουν το δεμένο με αλυσσίδα και κλειδαριά και 
στολισμένο με τριαντάφυλλα και γαρύφαλλα πιθάρι κάτω απο μια τριανταφυλλιά για 
να το βρεί τ'αγιάζι να ξαχνιστεί να το δουν τ'άστέρια να ξαστριστεί.Το πρόσωπο που θα 
δουν κατά πάσα πιθανότητα είναι αυτό που θα παντρευτούν.
Κάναν(j) οι μπαμπούρ μέλ(j), έκανα τσι γω σταφίδα.Ας μη μαλώνατι μια μέρα τσ(j)' ας 
έβγινι η ήλιους τσ(j)'ας μη μη μι χτύπα.Εκφράζει το παράπονό της μια μάνα με το ανέφικτο 
να κάνει του ζουζούνι ο μπάμπουρας μέλι αντί για τη μέλισσα κι ο άνθρωπος σταφίδα αντί 
για το αμπέλι.Και συνεχίζει πάλι με το ανέφικτο να βγει ο ήλιος και να διαλέγει ποιόν θα 
φωτίσει από τους ανθρώπους .Έμμεσο παράπονο για το ότι άλλοι έκαναν φρόνιμα παιδιά 
που δεν μάλωναν έτσι όπως τα δικά της κάθε μέρα. 
Aυτός είνι δικηγόρους τσ' Πουταμιάς.Το έλεγαν για κάποιους που έλεγαν πολλές ανοησίες αλλά και καταφερτζής με τα λόγια.
Άμα σι πιάσου θα σι ξισάσου= Άμα μπορέσω και σε πιάσω θα σε δείρω.
Φάγι τουν κουλιό τσι του νιρό θα του εύρς(στ'αλατ) =Φάγε τώρα τον κολιό και μετά άμα δεν έχεις νερό θα ψάξεις οπωσδήποτε να το βρείς.(στο αλάτι)
Για τ'αντί που τλίγουν(j) του πανί .Είναι επιτιμιτική απάντηση στην ερώτηση γιατί.Τη διατύπωνε  μερικές φορές κάποιος όταν ήθελε να υπεκφύγει,όταν ήθελε να διαμαρτυρηθεί ή όταν ο ερωτώμενος δεν ήξερε να απαντήσει ή δεν είχε όρεξη για κουβέντα.
Δε θα πήξ(j)του γιαούρτ.Ήταν το συνθηματικό όταν γινόταν κάποιο συνοικέσιο παρουσία του υποψήφιου γαμπρού και της υποψήφιας νύφης που έπρεπε να κεράσει όλους τους συμμέτοχους για να την εκτιμήσουν.Λεγόταν αν δεν έβλεπαν να υπάρχει ζεστό ενδιαφέρον  στους υποψήφιους.   
Σα πούνταν(j)=Επειδή ήταν.π.χ.Σα πούνταν(j) έτοιμους να παγαίν(j) δε τουν είπα να πιεί ένα καφέ.=Επειδή ήταν έτοιμος να φύγει δε του είπα για καφέ                         
Κάτσει να σ'πω ένα λόγου=Κάθησε να σου πώ κάτι,μια κουβέντα.
Άμα σ'δώσου μιά θα πιαγ(j)ς Σορόκο Λεβάντε =Άμα σου δώσω ένα μπάτσο θα στρίψεις ανατολή σύση
Ωχ η ψύμ η κτάλα μ τσ' ούλα μ τ'άλλα μ.Ωχ η ψυχή μου η κουτάλα μου και όλα μου τα άλλα.Επιφώνημα Απελπισίας από κάποιον με καθολικούς πόνους ψυχικούς και σωματικούς
13.Oνόματα

Ανδρικά  
 Αθαναήλς                         ο Ναθαναήλ
Αλέξαντρους                    ο Αλέξανδρος 
Aντρόφλους                    ο Ανδαόφιλος  
Αρικλής                             ο Ηρακλής
Αρμόλαγους                    ο Ερμόλαος
Βριπίδς                             ο Ευριπίδης 
Γιουρδάν(j)ς                     ο Ιορδάνης
Γιώρς                                 ο Γιώργος 
Γνάτς                                 ο Ιγνάτιος
Δημουστής                      ο Δημήτριος ή Δημοσθένης
Δυσσέαςή Δυσσεύς      ο Οδυσσέας
Θανάγς(j)                          ο Αθανάσιος
Θιμουστουκλής               ο Θεμιστοκλής
Kλιουμέν(j)ς                     ο Κλεομένης
Λαοκρ
Λίας                                    ο Ηλίας
Μπάνους                          ο Παναγιώτης
Νιουκλής                          ο Νεοκλής
Παναγιώκj()ς                   ο Παναγιώτης
Παραστσιβγάς                ο Παρασκευάς
Πάτρουκλους                   ο Πάτροκλος 
Προυκόπς                        ο Προκόπης 
Σαράγκς                            ο Σαράντης
Στράκ(j)ς                           o Στρατής          
Φικράτς                             ο Ιφικράτης
Φουκιδής                          ο Θουκιδίδης
Φώκους                             ο Φωκίων
 Γυναικεία
Αμφιτρίκ(j)                           η Αμφιτρίτη
Άρτιμ                                    η Άρτεμις
Ασ(j)μένια                           η Ασημένια
Βανθία                                 η Ευανθία   
Βγινικώ                                η Ευγενία
Γιουργία                               η Γεωργία  
Γληγουρίγια                        η Γρηγορία
Θιουνίκ(j)                             η Θεονίκη
Ιλπίδα                                  η Ελπίδα
Κανιλλιώ                             η Κανέλλα
Κλιουνίκ(j)                           η Κλεονίκη
Λαοκρατία
Λέκτρα                                 η Ηλέκτρα    
Λιμπιγιάνθ                          η Ολυμπία
Μιρόπ                                  η Μερόπη
Πουλiουξέν(j)                      η Πολυξένη
Πουθούλα ή Πουσιούλα     η Ποθούλα
Προυκουπίγια                     η Προκοπία
Ρηναία                                 η Ειρήνη
Στέλλια                                 η Στέλλα   
Φαρσαλίγια                         η Φαρσαλία


14.ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ


  1301 Λήμματα

                                                               ΑΛΦΑ(123)


Αβδέλα(η)(γ(j)ι=Η βδέλα,(Επιστημονική  ονομασία Hirudinea
Aυτζής(ο),(η),(ου)=Κανονικά καλός κυνηγός, καλός σκοπευτής. Στην Ανεμώτια επικράτησε να υπονοείται ο επιθετικός ή ερωτύλος. Σχετική λέξη ζαμπαράς. Κοινή λέξη με την Τουρκική avci που σημαίνει κυνηγός ,καλός σκοπευτής
Αγαθουμλιά (η)(γι =Ο  εύπιστος, αυτόν που μπορείς εύκολα να τον πείσεις σε κάτι.
Αγαθός=Αυτός που δεν είναι ικανός να κάνει κακό.Μεταφορικά πολλές φορές έχει την έννοια ατόμου μειομένης αντίληψης.
Αγγαριά (η),(γι) =Η βοήθεια που προσφερόταν από φίλους, γείτονες ή συγγενείς για να γίνει μιά επείγουσα εργασία, όπως το μάζεμα καρπών της ελιάς,των αμπελιών,της αμυγδαλιάς κ.α., η κατασκευή ή επισκευή σπιτιού κ.λπ. που ήταν αμοιβαία. Λέμε π.χ. Τουν αγκάριψα  να μαζέψουμι λιές=Τον παρακάλεσα να έλθει να βοηθήσει στη συλλογή ελιών.
Αγγουρίδα(η),(γι) = Η αγουρίδα (το σταφύλι που δεν ωρίμασε,είναι ακόμα πράσινες οι ρόγες του).Από τη λέξη άγουρος
Άγγουρους(η),(γι)=Ο άγουρος
Αγόρια(τα)=Τα σκουλήκια(κάμπιες) της σηροτροφίας(του φυσικού μεταξιού)
Αγούϊδουρας(η),(γι) = Το φυτό της περιοχής της Ανεμώτιας με κίτρινα ωραία λουλούδια.Λέγεται και ροδόδενδρο. Είναι φυτό δηλητήριο αν φαγωθεί από ανθρώπους και ζώα.
Αδιαφόριτους(η),(γι) = Ο άχρηστος ,ο ανίκανος.
Αδιξιμιός(ο)ή βαφτισιμιά(η)= Το  βαφτιστίρι
Aετίτσια=Φόρμα για επίπεδες χάχλες (αποξηραμένος στον ήλιο τραχανάς σε διάφορα σχήματα όπως ρόμβος κ.α.).Σμυρνέϊκη λέξη  που σημαίνει
Αζντίζου =Εξαγριώνω. Ξεσηκώνω κάποιον για να θυμώσει και να κάνει τρελά πράγματα. Λέμε π.χ. Μή τουν αζντίγ(j)ς βρε τσ'αρχίσ(j) τα παλαβάτα=Μη τον ξεσηκώνεις βρε και αρχίσει τα τρελά του. Σμυρνέϊκη λέξη που σημαίνει  εξαγριώνω, ερεθίζω.
Αηδημητρέλια(τα)= Τα χρυσάνθεμα
Αθλουγή(η),(γι)= Από τη λέξη τα άθλα. Το κουτσομπολιό.
Αθρασκούφ(η)(γι) =Η στάχτη. Κυριολεκτικά το προϊόν  της καύσης του άνθρακα. Από τη λέξη ανθρακόσκονη.
Άθριπους (η),(γι)=Ο άνθρωπος. Λέμε π.χ. Τι να σ καν(j) η γι' άθριπους=Τι να σου κάνει ο άνθρωπος
Άκα = Έκφραση έκπληξης. Λέμε π.χ άκα τι έκανες, θα σι σκουτώσου.Μάλλον σχετίζεται με το α,α,α των Τούρκων.
Ακαλίτσιφτους=Το ζώο  (γαϊδούρι, άλογο κ.λπ.)που δεν έχει καβαλλικευτεί
Ακαμπλάντστου(του)=Πάπλωμα  που δεν έχει περιβληθεί με σεντόνι.Από την Τουρκική λέξη  capladi=καλύπτω,επενδύω
Άκγι= Άκουγε,Άκουσε.Λέμε π.χ Άκγι τι λέγ(j) =Άκου τι λέει.
Ακκλησ(j)ιά(η),(γι)=Η εκκλησία Λέμε π.χ. Σήμιρα θα πάγου σκ(j)’ ακκλησιά = Σήμερα θα πάω στην εκκλησία.
Ακουμπέτ =Που θα πάει θα γίνει κάποιο πράγμα επί τέλους .Από την Τουρκική λέξη akιbet =  τέλος πάντων ή επί τέλους, εν κατακλείδι,τελικά
Ακρίθα(η,γι)=Ακρίδα
Άκσ(j)μπαντα ή άξμπαντα = Aπότομα
Ακταρντίζου = (Για πράγματα).Tα ρίχνω κάτω η τα πετώ χωρίς τάξη ή και τα μεταφέρω σε άλλο μέρος.Από την Τουρκική λέξη actar=μεταφορά
Παγαίνου  κ(j)΄κατσίκα να κ(j)’ αλλάξ η τράγους =Oδηγώ την κατσίκα σε κάποιο σημείο να της κάνει έρωτα ο τράγος για να μείνει έγκυος.
Αλικουντίζου =Παραμερίζω. Σπρώχνω κάτι ή κάποιοννα πάει πιο πέρα για χώρο,καθυστερώ να γίνει κάτι.Από την Τουρκική λέξη alikoymak=κάνω κάποιον ανίκανο.
Aλιοτροπιός(ο)=Το ηλιοτρόπιο Μια από τις ονομασίες του Αη Γιάννη που γιορτάζει στις 23 Ιουνίου από το θερινό ηλιοτρόπιο που είναι αυτή τη μέρα .Άλλη είναι Λαμπαδιάρης και Ριζικάρης.Την παραμονή εκείνης τη μέρας στα τρίστρατα άναβαν τα νέα παιδιά φωτιές από αστοιβές, πουρνάρια και μαγιάτικα στεφάνια. Πηδούσαν πάνω από αυτές για να ξορκίσουν το κακό και να καθαρθούν ,να εξαγνιστούν και να συνεχίσουν τη νέα περίοδο καθαροί και ακμαίοι. Πολλά αγόρια εύρισκαν ευκαιρία επίδειξης προσόντων στα παριστάμενα κορίτσια. Πηδούσαν τρεις φορές και την τρίτη πετούσαν πίσω τους μια πέτρα πάνω στη φωτιά λέγοντας <<άχστους(άχρηστος),παράχστους, πήδηξα τουν άχστου. Ή σίδερο η μέση μου πέτρα το κεφάλι μου. Με το τέλειωμα της φωτιάς αρχίζει η διαδικασία του κλείδονα.
Αλιπός(η)(γι)= Η αλεπούΛέγεται και  χαρακτηρίζεται ο ύπουλος αλλά έξυπνος άνθρωπος. Λέμε π.χ. Πρόσιξί τουν(j) αυτόν(j),είνι αλιπός=Πρόσεξέ τον αυτόν είναι ύπουλος.
Αλτσιά=Το υγρό που παίρνουμε  από πανί(σούρωμα) μετά από δοχείο  γεμάτο στάχτη.
Άλλα τούτα = Έκφραση αγανάκτησης για περίεργη συμπεριφορά με την έννοια ότι δεν έχουμε συνηθίσει κάποιον να έχει τέτοια κακή συμπεριφορά ή απλά απόψεις.
Αλλιώκ(j)κ(j)oυς(η,ου)=Αλλιώτικος(π.χ.αυτός ένι αλλιώκ(j)oυς άθριπους=αυτός  είναι αλλιώτικος άνθρωπος.
Άλμπινι(του) = Το αλμπινί=H γοητεία Από το Τούρκικο Αl beni που σημαίνει από μέσα Λέγεται για κάποιον ή κάποια που έχει καλό παράστημα και το υποστηρίζει με γοητεία. Είναι καλοφτιαγμένοι και έχουν αέρα και αυτοπεποίθηση.
Αλ(j)πούτζα(η),(γι) = Το σχοινί που δένανε τα πόδια των ζώων για να μη φεύγουν μακριά.Πιθανόν από την Τουρκική  λέξη alipu=ορειβασία
Αλτσή(η)(γι) = Η αλυκή
Αλτσιά=Το νερό που  βγαίνει από πανί που έχει περάσει από στάχτη.
Αλτσιάδις(οι),(γι)=Οι αλτσάδες.Τα πέταλα που πιάνουν το γύρω τμήμα του πέλματος του ζώου όπως του αλόγου,του μουλαριού,του γαϊδάρου που στο πίσω μέρος τους είναι κενό.Αλλά και τα  πεταλάκια στα παπούτσια για να αντέχουν στην καταπόνησή τους από τα παιδιά.
Άμα σ’ κόψου μια = Είναι κάποια απειλή. Σημαίνει θα σου δώσω ένα μπάτσο.
Αμάδις(οι),(γι) =Οι αμάδες. Το παιχνίδι με  τις επίπεδες πέτρες που εκσφενδονίζονταν και χτυπούσαν τις πέτρες του αντιπάλου για να τις μετακινήσουν όσο το δυνατόν πιο μακριά ή τη μικρή σφαιρική πέτρα(μπούτσκους),για να μετακινηθούν όσο το δυνατό πιο μακριά. 
Αμαλαγιά(η),(γι) = Πλούτος, καλούδια, καλή προίκα. Μεταφορικά βρήκες αμαλαγιά σημαίνει βρήκες  χρήματα ή και άλλα πλούτη όπως π.χ. γυναίκα με πλούσια σωματικά προσόντα, παχουλή ή με προίκα. Ή και τόπος  που δεν  ψαρεύτηκε ή βοσκήθηκε. Πιθανόν από τη λέξη αμάλαχτο, αμόχλευτο παρθένο μέρος κατάλληλο για εκμετάλλευση.
Αμουλαρτός(η),(γι),(oυ)=ΑμολητόςΑρχικά τα οικόσιτα όπως κόττες, σκυλιά που τα αφήνουν οι ιδιοκτήτες τους να τριγυρίζουν ελέυθερα στους δρόμους. Λέγεται όμως και για τα παιδιά η και τους συζύγους, αγαπημένους κ.λπ. Λέμε π.χ. Έχει τουν του νού σ πουλύ αμουλαρτό τουν έχ(j)ς=Πρόσεχέ τον πολύ ελεύθερο τον έχεις/(να τριγυρνά).Υπάρχει και ομώνυμος  χορός στη Σαμοθράκη.
Aμπού(του) = Το νερό των νηπίων
Αμπουλάδις(οι),(γι) = Τα εμβολιασμένα δένδρα ή οι θάμνοι που μόλις πέταξαν κλαδιά  από τα εμβόλια.
Αμπουλή(η)(γι)=Η συνάντηση δύο ρεμάτων από τη λέξη εμβολή
Αμπούρντστου(του)= Λέγεται για το μυαλό κάποιου που δεν αλλάζει γνώμη όποια προσπάθεια και να κάνεις=χοντροκέφαλος.Λέμε π.χ.Αυτός είναι αμπούρντστου τσιφάλ(j) Αυτός έχει μυαλό που δεν αλλάζει με τίποτα και μπουρντίζω =στρίβω κάτι να σφίξει.Από την Τουρκική λέξη burmak=στρίβω
Αναβαλόμινους (η),(γι) = O αναβαλόμενος. Οι πολλές κουβέντες
οι ατελείωτες νουθεσίες, τα ξεμπροστιάσματα..Λέμε π.χ.Τον περίλαβε και του έψαλε τον αναβαλόμενο=Τον στρίμωξε και του είπε πολλά και κυρίως δυσάρεστα.
Αναγκαίου(του) = Η τουαλέτα. Εκεί που  κάνουμε την αναγκη μας.
Aνάθιμα(του)= Κατά κάποιον τρόπο εί ναι μια κατάρα όχι όμως συνειδητή.Λέμε π.χ. πολύ εύκολα με κάποιο θυμό Αη στ'ανάθιμα.Πολλές δε φορές απευθυνόμαστε αόριστα ή στον ίδιο μας το εαυτό. 
Ανάλουγου (του) =Το μερίδιο ή το δικαιούμενο μερίδιο από τους κληρονόμους.
Ανάμσ(j)(του) = Ενάμισυ
Aναχαράζου = Κάνω όπως η κατσίκα που ξαναμασάει την τροφή της ανεβάζοντας την από τον οισοφάγο(μάλλον).Λέγεται πολλές φορές όταν κάποιος ρέβεται.Κάτι σαν παλινδρόμηση.
Ανάψου (θα σ' ανάψου μια) = Θα σου δώσω μπάτσο, θα σου αστράψω μια.
Ανέμσι=Κούνισε,π.χ. Άϊντι μη κάθισι τσι λουγιάγ(j)ς,ανέμσι  τσι κουμάκ(j) τα χέρια σ=Άντε μην κάθεσαι και κοιτάς, κούνησε και λίγο τα χέρια σου.
Aνιγειλώ=Κοροϊδεύω κάποιον,περιγελώ
Ανιγκριώνουμι= Ξεσηκώνομε.Λέμε π.χ.Μόλις τν είδι να πιρνά, αμέσους ανιγκριώθτσι(τη χαλβάδιασε και την πόθησε).
Ανιγουρεύου = Ψάχνω να βρω κάτι ή κάποιον.Λέμε π.χ.Ερώτηση: Που παγαίν(j)ς= Που πηγαίνεις; και η απάντηση Ανιγουρεύου του γιό μ.=Ψάνω το γιό μου
Άνιθρους(η),(γι) = Ο άνιθος
Ανιρέσσα(η),(γι)= Η αναιρέσα. Άγνωστης γραμματικής λέξη που σήμαινε στη Ανεμώτια την επικίνδυνη περιστροφική κίνηση σε κάποιο σημείο του νερού μέσα στη θάλασσα,σε λίμνη,ποτάμι,λάκκο,έδαφος κ.λπ.Δείχνει ότι το  νερό καταπίνεται από την ύπαρξη κενού κάτω από τον πυθμένα,όπως κάποια καταβόθρα.Οι παλιοί το θεωρούσαν επικίνδυνο σημείο για εξαφάνιση κάποιου  ατόμου και γύρω από αυτό το φαινόμενο έλεγαν διάφορες ιστορίες.Δίνη ύδατος κατά το λεξιλόγιο Δημητράκου. Αλλού λέγεται η περιοχή που λόγω υγρασίας το έδαφος της δεν πα;ράγει τίποτε..
Ανισπάθα (η),(γι) = Η παγίδα για τη σύλληψη πουλιών φτιαγμένη από μικρές πέτρινες πλάκες  15-20 εκατοστών σε σχήμα μικρού σπιτιού, ή ξόβεργες με δόλωμα στο χώρο της κατασκευής που πλάκωνε ή παγίδευε  το πουλί με την παραμικρή του κίνηση. Λέμε π.χ Πήγαμι χτες τσι στήσαμι πουλλές ανισπάθις τσι πιάσαμι δέκα τσιφαλάδις=Πήγαμε χθες και στήσαμε πολλές πέτρινες και άλλες παγίδες και πιάσαμε δέκα μεγάλα σπουργίτια.(κατσουλιέρηδες).Από το glossarium Lesbium του Φιλολογικού συλλόγου Παρνασσός(περοδικό του Ιουλίου 1872) αντιγράφω: Είδος παγίδος  εκ τριχών και ήτις τόσον ορμητικώς ανυψούται εκ της γης ,ώστε αδιασπάστως περιβροχίζει το πτηνόν άμα πλησιάσει.Από τη λέξη ανασπάσθαι ίσως.
Ανιστορώ=Διηγούμαι με λεπτομέρεια γεγονότα ,καθημερινά κυρίως.
Ανιφάνει=Φάνηκε.Εμφανίστηκε Λέμε π.χ. Δεν ανιφάνει πουθενά η Χρήστους=.Δεν τον είδαμε πουθενά το Χρήστο.Είναι χαμένος. 
Αντέτ(του)=Το καθιερωμένο, το παραδοσιακό, το έθιμο αυτό που έπρεπε. Έχει και την έννοια μιας ενέργειας όχι με ιδιαίτερο ζήλο αλλά στα πλαίσια κάποιου συναισθηματικού χρέους ..Από την Τουρκική λέξη adet  που σημαίνει συνήθεια,έθιμο αλλά και περίοδος γυναίκας.
Αντρουνικ(j)(η),(γι)=Η Ανδρονίκη
Αξαδέρφ(η),(γι) = Η εξαδέλφη
Αξάδιρφους(η),(γ(ι))ή ξάιρφους(η),(γι) = Ο εξάδελφος
Άξ(j)παντα = Ξαφνικά
Αξ(j)πόλ(j)τους(η),(γ(ι)ξυπόλυτος
Απαραβάρητους(ου,η)= Αυτός που δεν κουράζεται  αν και δουλεύει πολλές ώρες.
Απίδ(του) = Το αχλάδι και απιδιά η αχλαδιά
Απόδαυλοι(oι),(γι)=Τα ξύλα των καμινιών που δεν είχαν καεί
Aπόκαμα=Έχασα όλες μου τις δυνάμεις π.χ. Δε μπουρώ άλλου,απόκαμα=Δεν μπορώ να συνεχίσω εξαντλήθηκα
Απόκαρι = Αυτός που έχασε όλες τις δυνάμεις του. Λέμε π.χ. Δε μπουρώ πλιά, απόκαρα=Δεν αντέχω πιά άλλο έχασα όλες μου τις δυνάμεις.
Απουδιαλόγια(τα) = Αυτά που μένουν στο τέλος μετά το διάλεγμα και είναι κατώτερης ποιότητας.
Απόστσιους(ου,η)=Ο ίσκιος.Λέμε π.χ.Πάγινι να κάτσ στουν  απόστσιου.=Πήγαινε να καθίσεις στον ίσκιο.
Απουδέχουμι  =Yποδέχομαι. Δέχομαι ξαφνικά επίσκεψη. Έρχονται κάποιοι ξαφνικά επίσκεψη.Π.χ  Χουρίς να μ' πούν(j) τίπουτα  τσ'απουδέχουμι  στου σπίκ(j) μια μέρα.= Χωρίς να με ειδοποιήσουν ήλθαν μια μέρα στο σπίτι μας.
Απουλ(j)φάδ(του)=Το απολειφάδι. Από το ρήμα απολείφω=αφείνω υπόλειμμα. Υβριστική ή υποτιμητική λέξη που εκφέρεται για να μειώσει άτομο αδύναμο, μικρού ύψους, δύσμορφο. 
Απουμύρσμα(του) = Το αγίασμα (νερό αγιασμένο) από πηγή δίπλα σε μοναστήρι,εκκλησία ή εκκλησάκι αγίου.
Απουξ(j)τάρ(του) =Λέξη που έχει σχέση με την απόξεση. Το μικρότερο από τα παιδιά ,με την έννοια του αγαπημένου.
Απουτάσου = Συγκρατώ, μαζεύω, σώζω, αποταμιεύω Λέμε π.χ Δε μπουρεί να αποτάξ τίπουτα αυτός =Αυτός δεν μπορεί  να κρατήσει,  στην κατοχή του τίποτα. Δεν κάνει καμιά πρόβλεψη για το μέλλον του.Ο σπάταλος ο άτυχος άνθρωπος σε διασταλτική ερμηνεία.
Άραμ = Σκασίλα μου .Π.χ. Άραμ πας τσ’ άραμ αν δεν πας = Δεν με ενδιαφέρει καθόλου αν πας ή αν δεν πας.
Αραμπαδέλ(j)(του)  = Ξύλινη απομίμηση(μικρογραφία) του σημερινού καροτσιού για μεταφορές όπως μπάζα, χόρτα, τσιμέντα κ.λπ. Τα κατασκεύαζαν μόνα τους τα παιδιά  με τη βοήθεια της τοπικής  πριονοκορδέλας  και έπαιζαν  μ' αυτά μιμούμενα τους μεγάλους.
Αρβίθια(τα) =Τα ρεβίθια (λέγονται και ρουβίθια)
Αρικλής(η),(γι)=Ο Ηρακλής
Αρκόβατους(η),(γι)) = Ο αναρριχόμενος θάμνος με χοντρά αγκύλια. Πιο γνωστός αλλού ως αρκουδόβατος. Επιστημονική  ονομασία=Smilax aspera


Αρκουμλιά(η),(γι) =Η αγριομηλιά
Αρμάθα(η),(γι) =Η αρμαθιά

Αρματώνου= Τοπική έκφραση =Κάνω βίαιο sex
Αρνάδ(του)=Αρνί που πλησιάζει τους έξ μήνες.
Αρναούτς(ου,η)=Έχει την έννοια του αγροίκου. Από την Τουρκική λέξη  Arnavut=Aλβανός ή Αρβανόφωνος
Αρνιαγκούρς(η),(γι) = Αυτός που δεν παραδέχεται την ήττα του και φεύγει από το παιχνίδι όταν βλέπει ότι θα χάσει.
Αρπώ=Αρπάζω
Άρτιμ(η),(γι)=  Η Άρτεμις.Πολλές φορές λέμε Eίδις μουρ Αλκιόν(j) κι'  Άρτιμ.Πήγες να επισκεφθείς βρε συ Αλκιόνη την Άρτεμη. Η πήγις καθιόλ' σκ(j)  Άρτιμ=Πήγες καθόλου στην Άρτεμη.
Ασκάθαρους(η),(γι) =Το σκαθάρι
Ασκνίδις (οι),(γι)= Οι τσουκνίδες
Ασκολσούν = Μπράβο(συνήθως). Τούρκικη) λέξη ask olsun που όμως έχει πολλές άλλες ερμηνείες όπως χαλάλι  σου,όχι και μεταξύ μας κ.λπ.
Ασκόντριχα(η),(γι)= Η  οχιά με διάφορα ονόματα  ανά περιοχή.Όχεντρα,τουκόχεντρα κ.λπ.Επιστημονική ονομασία montivipera xanthina.
Ασκουντουλάδα(η),(γι)= Η σαύρα
Aσπέθα(η),(γι))=Η σπίθα από αναμμένο ξύλο.π.χ. Άκσι ν'ακούγ(j)ς. Γι' ασπέθα απ'του μαγκάλ(j) άν(j)ξι τρύπα στου πχαρουπάν(j).Ακουσε να δεις.Η σπίθα από το μαγκάλι άνοιξε τρύπα στο εγόχειρο(πανί) που στρώνουμε πάνω απο το τζάκι.
Ασπούρδουλας(η),(γι)) =Ο ασφόδελος, το σπερδούκλι.Φυτό με ξυλώδες στέλεχος από το οποίο στο σχολείο έφτιαχναν τα παιδιά ομοιώματα καρεκλών και άλλα αντικείμενα.
Αστβή (η),(γι)= Η αστοιβή.Κυρίαρχος μικρόσωμος θάμνος της Λέσβου. Οι κάτοικοι της Λέσβου, κυρίως οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι, τις στοίβαζαν στην επάνω επιφάνεια των ξερολιθιών ώστε να διαχωρίζουν τις ιδιοκτησίες αλλά και για να μην μπορούν να περνούν ζώα (αφού έχουν πολλά αγκύλια σαν μικρά καρφάκια).Τη βρίσκουμε και στην ακολουθία του μεγάλου αγιασμού των Θεοφανίων σε Προφητεία του Ησαΐα.Λέει Οι διψώντες πορεύεσθε εφ' ύδωρ...........Και αντί της στοιβής αναβήσεται κυπάρισσος ,αντί δε της κονίζης αναβήσεται μυρσίνη,και έσται Κυρίω εις όνομα ,και εις σημείον αιώνιον,και ουκ εκλείψει.

                       
                                                             ΑΣΤΒΕΣ

 Αστσίστις(οι),(γι) = Μικροί θάμνοι που φυτρώνουν κυρίως στους ελαιώνες αλλά και αλλού. Βγάζουν λουλούδια πολλών χρωμάτων, κυρίως όμως μωβ και άσπρα. Πρόκειται για το φυτό Λαδανιά ή Κουνούκλα ή Κίστος.Η λέξη αστσίτς ή ασκίστης της Ανεμώτιας προήλθε από το τελευταίο(κίστος). Το επιστημονικό του όνομα είναι Cistus incanus creticus

                              
                                                     ΑΣΤΣΊΣΤΣ
Ασφάλακας(η),(γι) = Ο ασπάλακας,τυφλοπόντικας.
Ατζγκαναριό(του)=Το σιδεράδικο.Από τη λέξη gitano(ισπανική ) και egiptano= αθίγγανος με καταγωγή (λαθεμένα) από την Αίγυπτο.
Ατζίγκανα(τα)=Οι πευκοβελόνες
Ατζγκάν(j)κα(τα)=Τα τσιγγάνικα και κυρίως τα εργαλεία από σίδερο  όπως τσάπα,κασμάδες,φτιάρια κ.λπ.από τη λέξη gitano=τσιγγάνος
Ατζιά(τα)= Τα πιάτα
Ατζίγ(j)ς = Αγγίζεις  και το ρήμα ατζίζου=αγγίζω=ακουμπώ π.χ..Μην ατζίγ(j)ς ικί=Μην ακουμπάς εκεί.
Ατζίμπαμ=Άραγε, μήπως όμως.
Ατός = Ο ίδιος, μόνος μου.Π.χ.πήγι να τουν δει ατός του=πήγε να συναντήσει ο ίδιος κάποιον.Δεν έστειλε δηλαδή αντιπρόσωπο.
Αυγουκάλαμα(τα)=Οι δίπλες
Αυκρίζουμι = Αφουγκράζομαι, στήνω αυτί για να ακούσω τι λένε.
Αυτζής(η),(γι) = Ο   επιθετικός  ερωτύλος  .Σχετική η λέξη ζαμπαράς.Κοινή λέξη με την Τούρκικη λέξη avci που σημαίνει ο κυνηγός,ο καλός σκοπευτής
Aφήτι μι=Αφήστε με
Αφήτσι=Άφησε.Έλεγε π,χ, κάποια,  ας έρκ(j) να μ' έβρ έφτου(έιτσι) που μ'αφήτσει.=Ας έλθει να με βρει εκεί που με άφησε.
Αφλάδα(η),(γι) =Η φυλλάδα αλλά και το σχολικό βιβλίο.
Αφράσιαστους(η),(γι)= Ο μη συγκροτημένος άνθρωπος, αυτός που δεν έχει  μέτρο και τάξη στις πράξεις του.Από τη λέξη φράση.Αυτός που δεν μπορεί να συντάξει μια φράση.
Αχειλώνα(η),(γι) =Η χελώνα
Αχλάδις(οι),(γι) =Ο άγριος καρπός της αγριαχλαδιάς που είναι μικρός σε μέγεθος και στυφός.Τα δένδρα της αγριαχλαδιάς  μπολιάζονται σε ήμερες αχλαδιές.
Αχλιά(η),(γι) = Η στάχτη.Από την Περσική λέξη kilua=στάχτη  για σαπούνι, ποτάσα. Από το περιοδικό Μπουρός -Λέξεις τ ου γλωσσικού ιδιώματος του Πλωμαρίου δάνειες  από ξένες λέξεις,γράφει ο Νικόλαος Αθανασέλλης.
Αχλιουπτάρ(του)=Αυτός που είναι λερωμένος με στάχτες(αχλιές) αλλά και αυτός που κάθεται συνέχεια στο τζάκι.
Αχματζαλιώτς (η),(γι)= Γενικά αυτός που δεν είναι συνετός στις πράξεις του,τις κινήσεις του και τις αποφάσεις του.Λέμε π.χ. Πέρασι χτες απι δω τσ(j)' αυτός γι αχματζαλιώτς=Πέρασε χθές από δω και αυτός ο αλλοπρόσαλος.
Άχστους(η),(γι)= Λέξη προερχόμενη από τη λέξη άχρηστος.Είναι όμως και η γιορτή της καύσης των άχρηστων όπου ανάβονται φωτιές στο ύπαιθρο στο τέλος Ιουλίου.
Αχτσ(j)ές(η),(γι) = Είδος πολύ πρώιμου αχλαδιού μικρού σχετικά μεγέθους που ευδοκιμεί στη Λέσβο..
Άψι = Άναψε.Λέμε π.χ. Νύχτουσι,  άψι του λυχνάρ=Νύχτωσε, άναψε το λυχνάρι.
Αψ(j)λά = Ψηλά
Αψ(j)λαρόντα(η),(γι)= Το κατούρημα από ψηλά για όσο το δυνατόν μεγαλύτερου βεληνεκούς.
Αψ(j)λός(η),(γι) = Ο ψηλός


                                                           BHTA(323) 

Bαβά=Το τραύμα των μικρών παιδιών.
Βαλάδια (τα) =Τα κουρέλια για κούκλες Λέμε π.χ.Τα έκανι βαλάδια =Έχασε περιουσία από κακή διαχείριση, καταστράφηκε (τα βαλάδια είναι τα κουρεμένα παλιά ρούχα σε λωρίδες πλάτους λιγότερο συνήθως από ένα εκατοστο που εκτός των άλλων χρήσεων όπως η ύφανση κουρελούδων χρησίμευαν και στην κατασκευή πρόχειρης κούκλας.Είναι χαρακτηριστική περίπτωση επανάχρησης υλικού(ανακύκλωση).
Βαλάν(j)(του)= Το τμήμα του καρπού της αγριοβελανιδιάς και της βελανιδιάς που είναι μέσα στο περίβλημα και αποτελεί τροφή κυρίως για χοίρους και αγριόχοιρους
Βαλανίδα(η),(γη) =Η βελανιδιά .Ο καρπός της είναι τα βαλανίδια ή βελανίδια..
Βαράκ=Χρυσή μεμβράνη ,χρυσόχαρτο για στόλισμα.Τούρκικη λέξη varak που σημαίνει φύλλο.
Bάτσνα(τα)= Τα βατόμουρα ,τα βάτσινα
Βγινικώ(η),(γη)= Η Ευγενία
Bιζνές(η)(γη)= Η παλιά ζυγαριά χειρός με ελατήριο, από κάτω γάντζο και με στενό ταμπλώ αρίθμησης βάρους ανάμεσα. Από την Αγγλική λέξη business με το αρχαϊκό bisignes η μία εκδοχή. Η ίσως από την άλλη λέξη visne=το κεράσι από τη μορφή του δίδυμου κερασιού με τα δυο κοτσάνια συγκράτησής του που μοιάζει με άλλη ζυγαριά.Η πιο πιθανή είναι η πρώτη.
Βίκα(η),(γη) = H πήλινη ή γυάλινη κανάτα λαβή πίσω που χρησιμεύει για την τοποθέτηση νερού, κρασιού, κ.λπ.Στην υπόλοιπη Ελλάδα σημαίνει στάμνα.
Βιλόν(j)(του)=Το βελόνι.Εργαλείο των λιθοξόων που μοιάζει με το καλέμι αλλά στο κάτω μέρος είναι πολύ μυτερό. 
Βιράν(j)(του)=Το ερείπιο,χάλασμα.Από την Τούρκικη λέξη viran που σημαίνει καταστροφή.
Βιρέμκου(του)=Το λοξό ,το στραβό.Στα λεξικά της Ελληνικής γλώσσας σημα;ίνει καχεκτικός,αδύναμος.Από την Τουρκική λέξη verem=φυματίωση.
Βίτσα(η),(γη) = Η βέργα συνήθως λεπτή και πολύ ελαστική. Μεσαιωνική Ελληνική λέξη με παρόμοια τη Σλαβική vija(Bικιλεξικό).
Βλουγιά(η),(γη)=Η Ανεμοβλογιά
Βλουγιουκουμμένους(η),(γη)= Αυτός που έχει σημάδια στο πρόσωπο, κυρίως σκαψίματα από εξανθηματική αρρώστια, όπως η ευλογιά ή από τα σπυράκια.
Βόλαθρου(του) = Η γαϊδαροκυλίστρα
Βορός ή βόρους(η),(γη) =Το πρόχειρα περιφραγμένο μικρό τμήμα βοσκοτόπου για τη συγκέντρωση του κοπαδιού από πρόβατα ή κατσίκια, προκειμένου να τα κουρέψουν,να τα αρμέξουν κ.λπ.Αλλού στη Λευκά;δα εννοούν την περίφραξη αυλής σπιτιού ή τον περιφραγμένο χώρο να διανυκτερεύουν τα οικόσιτα ζώα.(Πηγή Λεξικό Λευκαδίτικης διαλέκτου).  
Βούζουνας(η),(γη)= Ο σβώλος,το καρούμπαλο.Αλλού στην Ελλάδα  σπυρί  με πύον.Μάλλον λέξη προερχόμενη  από την απομίμηση γυναικείου βυζιού.
Βουλά (η) = Λέμε την άλλη βουλά=την άλλη φορά
Βουλάδα(η),(γη) =Απο τη λέξη βολή.Η πέτρα δηλαδή η κατάλληλη για βολή .Η πιο μεγάλη λέγεται καγιάς.
Βουλόσυρους(η),(γη)=Το ξύλινο γεωργικό εργαλείο σε σχήμα ταφ, που το έσερναν τα βόδια για να στρώσουν οι γεωργοί το οργωμένο χωράφι σπάζοντας τους σβώλους
Βουλουσέρνου = Η παραπάνω ενέργεια αλλά και αρπάζω κάποιον με βία και τον σέρνω
Βουρβουτσίλις(οι)(γοι) = Τα περιττώματα της κατσίκας και του πρόβατου.
Βουρτουκούτ(j)σια(τα) =Τα μουλιασμένα ξερά κουκιά.Τα ξεφλουδισμένα από αυτά χρησίμευαν για το μπακλαφουράνι, δηλαδή για την εκδρομή στο ύπαιθρο την Καθαρά Δευτέρα. Συνοδευόταν σχεδόν μόνο με νερό και ψωμί.Και bakla στα Τούρκικα=Κουκιά
Boυτσύλ(j)=Επιτίμηση κάποιου που έχει παχύνει και έγινε σαν βόδι.
Βράσμα(του) = Το πετιμέζι
Βραχόλ(j)(του) = Το βραχιόλι
Βρίστω= Βρίσκω
Βρούλα(τα)=Τα βούρλα
Βρουλίδις(οι),(γοι) =Οι κοτσίδες αλλά και οι αρμάθες, π.χ των ενωμένων σκόρδων. Από την Κυπριακή  βρουλλίζω που έχει σχέση με το βούρλο..Χτενίζω κάποια ,της πλέκω την κώμη.Λήμμα από τα αρχεία της Ακαδημίας Αθηνών
Βρουντώ=Δέρνω π.χ. Κάτσι καλά θα σι βρουντήξου. Θα σε δείρω με δύναμη όπως η βροντή.
Βρυδίκ(j)(η),(γη)=Η Ευριδίκη
Βωλόσ(j)υρους(η),(γη) ή βουλόσ(j)υρους(η)(γη) και βωλοσέρνω= Σέρνω τους σβώλους. Ένα αγροτικό ξύλινο εργαλείο σχήματος ΤΑΥ που το έσερναν βόδια και χρησίμευε για την ομαλοποίηση του οργωμένου χωραφιού. Το χοντρό φαρδύ ξύλο που ακουμπούσε στο έδαφος ,είχε από κάτω και ξύλινους πείρους για ψιλοχωμάτισμα και ισοπέδωση. Το άλλο ξύλο συνδέονταν με το ζευγάρι των βοδιών.


                                                   ΓΑΜΑ(78)

Γάδαρους(ου)(η)=Ο γάϊδαρος
Γαϊτανίζ = Η λέξη χρησιμοποιείται σε περίπτωση  που κάποιος απειλεί  ότι θα φύγει. Η απάντηση πολλές φορές είναι: Φύγι  η δρόμους γαϊτανίζ= Φύγε ο  δρόμος γαϊτανίζει(είναι δηλαδή ανοιχτός)
Γαϊδαρουτσ(j)λήστρα(η)(γη)= Το μέρος όπου ξαπλώνουν τα γαϊδούρια και γυρίζουν με την πλάτη πά;νω στο έδαφος για να διώξουν τα έντομα, ακάρεα κ.λ.π.
Γαζιάρς(η),(γη) =Αυτός που δεν προσέχει καθόλου την καθαριότητα,ο βρωμιάρης
Γαλέλους(η),(γη)=Ο αγαθός, ο μικρονοϊκός
Γαλιά (η),(γη) =Ο μικρός σκίουρος που ζει στα δένδρα (όπως αμυγδαλιές και πεύκα) από όπου παίρνει την τροφή του.Λέγεται και Περσικός ΣκίουροςΣτην Ελλάδα ζει μόνο στη Λέσβο.Σε άλλες περιπτώσεις είναι και η νεροκολοκύθα δηλαδή η κολοκύθα με ουρά, που αποξηραμένη  και κομμένη τη μισή φούσκα της χρησίμευε  για άντληση υγρών.
Γαλιά(η)=Το κεφάλι χωρίς μαλλιά που παραπέμπει  στο σχήμα της νεροκολοκύθας,Λέμε π.χ.Έπισι κάτου τσ'έσπασι κ(j)ι γαλιά τ=Έπεσε κάτω και έσπασε το κεφάλι του. Στην περίπτωση ατυχήματος αναφερόμαστε σε όλα τα κεφάλια που τραυματίζονται ανεξάρτητα αν είναι φαλακρά ή όχι.Από εκεί και η λέξη γουλί=χωρίς μαλλιά.
Γαμιάδις(οι),(γοι)= Οι παραφυάδες .Τα κλαριά που πετάγονται κατακόρυφα από τη ρίζα και το εσωτερικόκυρίως του  δένδρου που λέγονται κουλουρτζίτες.
Γανουτζ(j)ής(η)(γη) =Ο γανωτής ή γανωματής
Γαρίζου = Γκαρίζω.π.χ. Γαρίζει ο γάιδαρος.
Γδί(του) =Το γουδί, π.χ. θα σπάσου του γδίς = θα σπάσω το κεφάλι σου.
Γειτονιό(του)=Η επίσκεψη σε κάποιο σπίτι για κουβέντα. Π.χ. Ημείς θι πάμι γειτουνιό στου σπίτ τ' Χατζηγιώργ(j) τ' Θουμά.
Γέμουσι= Γέμισε
Γέριβη(του) = Καθιστικό
Για = Το διαζευκτικό ή.Λέμε π.χ. θα έλθεις εδώ για θα πας εκεί;
Γι = Το άρθρο "ο" (π.χ. παλαβώθτσι γι΄ Αθανάγ(j)ς = Ξετρελλάθηκε ο Θανάσης)
Γιαβάς=Σιγά.Και γιαβάς,γιαβάς=σιγά,σιγά.Από την Τουρκική λέξη yavaska=sig;a
Γιαβίδ(του)= Ο Δαβίδ .Υπήρχε ένας Aνεμωτίσιος που τον αποκαλούσαν με αυτόν τον τρόπο
Γιαβουκλού(η)(γη) = Η αρραβωνιαστικιά ή και  η φιλενάδα,η ερωμένη.Από την Τούρκικη λέξη giavuklu=αρραβωνιαστικιά, μνηστή
Γιαβρούμ=Το μωρό μου, από την Τουρκική λέξη yavrum=μωρό
Γιαγντάν(j)(του) = Σκεύος φωτισμού με χαμηλό και αδύναμο φως..Αλλά και το φως από φιτίλι σε φανάρι .Από την Τουρκική λέξη yardan=από λάδι.
Γιαλάν μπασμάς(η),(γη) =Ο  άχρηστος άντρας, ο ψεύτης. Αυτός που τα λέει τη μια έτσι και την άλλη αλλιώς. Από την Τουρκική λέξη yalan=ψεύτικος ,yalan basma=ψέματα
Γιαν(j)γκίν(j)(του) = Η πυρκαγιά, από την Τούρκικη λέξη yangin=φωτιά
Θα γιάνου= Θα γιατρευτώ .Από το υγιαίνω
Γιαπιτζής(η),(γη)=Κτίστης. Προέρχεται από την Τουρκική λέξη yapi=oικοδομή υπό ανέγερση.
Γιαπράκ(j)(του)=Ντολμάς, από το Τούρκικο Υaprak=Φύλλο εννοώντας το αμπελόφυλλο.
Γιαραντίζου=Αξίζω ,είμαι  χρήσιμος. Λέμε π.χ. Γιατί δε γιαραντίζου πέντι παράδις?=Γιατί δεν αξίζω τίποτα?.Τουρκική λέξη yaradi  που σημαίνει το ωφέλιμο ,το κατάλληλο, ότι πρέπει.
Γιαρντούμ(του)=Η συνεισφορά σε φίλους ή συγγενείς για την πιο γρήγορη εκτέλεση μιας δουλειάς όπως κτίσιμο μάζεμα ελιάς κ.λπ. Από το Τούρκικο Yardum= Βοήθεια και yardim=ενίσχυση
Γιατάκ(j)=Mικρό μέρος για ησυχία και απομόνωση, το κατάλυμα. Από την Τούρκικη λέξη yatak=κρεβάτι
Γιέμ=Χορτονομή, τροφή ζώων.
Γιγούρτ(του) = Το γιαούρτι. Από το Τούρκικο yogurt=γιαούρτι
Γινιά(η),(γι) =Από τη λέξη γενιά που εδώ σημαίνει συγγενής. Λέμε π.χ. Πάγηνι ικί που σι στέρνου, είμαστι τσι γινιά=Πήγαινε εκεί που σε στέλνω,είμαστε και συγγενείς(γιαυτό έχω το θάρρος).
Γιουβάς(η),(γη) = Αυτός που δεν κάνει τίποτε ή ο οκνός και κακός μαθητής.Iσως από το Τούρκικο Yuva=Κάθομαι ,δεν κάνω τίποτε.
Γιούν(j)(του) = Ο μεταμφιεσμένος,  το καρναβάλι. Και τα γιούνια = τα καρναβάλια.
Γιρουντίζου= Πέφτω επάνω σε κάποιον ή κάτι.
Γιρουντκό(του)=Το γεροντικό.Το μικρόχωρο σπιτάκι για διαμονή γερόντων.Στην Ανεμώτια δεν συνειθιζόταν η διαμονή των γονέων με τα παιδιά και υπήρχε η τάση να χτίζονται στο ίδιο ή σε άλλο οικόπεδο μικρά τέτοια σπιτάκια όπου διέμεναν μόνοι τους.
Γιών(j) = Σκουριάζει Π.χ. βάψι τα κάγκιλα γιατί θα γιώσιν(j).
Γκατζούνα(η),(γη)=Το πόδι της γάτας
Γκέβω = Σαμαρώνω και προετοιμάζω το γάϊδαρο για καβαλίκεμα (πέρασμα καπιστριού στο κεφάλι, δέσιμο σαμαριού στην κοιλιά, κ.λ.π.), ζέψιμο.
Γκέλμπιρι(του)=Ξύλινο εργαλείο για ξυλόφουρνους για τράβηγμα των κάρβουνων, της στάχτης κ.λπ. Αλλά και για το τράβηγμα των ρεβιθιών που ψήνονται για να γίνουν στραγάλια. Από την Τουρκική λέξη  gel bir=έλα.
Γκιβιντίζισι = Κοκορεύεσαι ,καμώνεσαι πως μπορείς να κάνεις κάτι πάνω από τις δυνάμεις σου και τις γνώσεις σου.
Γκιβιτζής(η),(γη)=Ο καλαμπουριτζής
Γκιλότα(η),(γη) = Είδος παντελονιού με φαρδύ επάνω μέρος και στενό κάτω που εφαρμόζει στις γάμπες.
Γκιουγιούμ(του)= Το μπακιρένιο σκεύος σαν τέντζερης που χρησιμοποιούσαν οι καφετζήδες για να έχουν χλιαρό έως ζεστό νερό. Το πιθανότερο από την Τούρκικη λέξη  kuyum=ασημένιο, λόγω της ποιότητάς του(μπακιρένιο)


                                                           Το γκιουγιούμ

Γκιουζλιμές(η),(γη)=Είδος τυρόπιττας. Τούρκικη λέξη που προέρχεται από τη λέξη goz που σημαίνει μάτι διότι όταν ψήνεται βγάζει φουσκάλες σαν μάτια
Γκιουλχάν(j)(του)=O χώρος που έμπαιναν τα κάρβουνα του σιδερά. Από την Τούρκικη Λέξη κιουλχάν=καμίνι
Γκιουμές=Είναι κάποια θέση ,κάποια άκρη
Γκιστριμέ = Παράκαμψη της κύριας κατεύθυνσης. Συντόμευση διαδρομής από τη χρήση κυρίως μονοπατιών.
Γκλαβανή(η),(γη) = Αποθηκευτικός χώρος κάτω από το πάτωμα του ισογείου .Τούτο γιατί πολλά σπίτια δεν είχαν χώρους αποθήκευσης,λόγω των μικρών κυρίως οικοπέδων.Από τη Σλαβική λέξη glavan=καταπακτή
Γκλαμίνγκουλας(η),(γη)= Η επωνυμία glamingola  του Ιταλικού συγκροτήματος των μηχανών έκθλιψης  του ελαιοκάρπου  στο νέο κοινοτικό ελαιοτριβείο στα Μιζέρια .Εγκαταστάθηκε περί το 1950.
Γκντώ = Σπρώχνω.Π.χ. στην προσταγή "μη γκντάς = μη σπρώχνεις" έρχεται η απάντηση "έ γκντώ = δεν σπρώχνω".Είναι αμίμητη η στιχομυθία σε ουρά στη Μυτιλήνη.Μπροστινός <<Μή γκντάς>>Πισινός <<έ γκντώ>> Μπροστινός <<Γκντάς>> Πισινός << Ε γκντώ,  μη γκντούν(j) τσι γκντώ>>.
Γκρέμνους(η),(γη) =Ο γκρεμός
Γκυρίζ(του) = Ο υπόνομος από το παλιό  Τούρκικο geriz, keriz που σημαίνει υπόνομος.
Γκώθκα=Ογκώθηκα,φούσκωσα από το πολύ φαγητό.
Γλάστρα=Στην Ανεμώτια εκτός από τη γνωστή  σημασία της για τα λουλούδια χρησιμοποιείται για τη στενή υπαίθρια είσοδο των ζώων των κτηνοτρόφων
Γληγουρούδα),(γη)= Η Γρηγορία(υποκοριστικό)
Γλί(του)=Το σκληρό στέλεχος που βγαίνει από το κρεμμύδι και από το οποίο βγαίνει το άνθος.Αλλού π.χ στη Θεσσαλία λέγεται ντουντούκι.
Γλιθμώ = Λιποθυμώ.Λέμε π.χ.γλιθύμσι = λιποθύμησε.
Γλίνα(η),(γη)= Το παχύ μέρος των ζώων αλλά και γλίνας ο τσιγκούνης, αυτός που βγάζει από τη μίγα ξύγκι.
Γλιντιρτίζου = Ασχολούμαι με κάποιον και χάνω το χρόνο μου τσάμπα. Από τη λέξη γλεντώ
Γλίτα(τα)=Τα βλίτα 
Γλιτζιάρς(η),(γη)=Ο βρωμιάρης. Προέρχεται από τη λέξη γλίτσα που σημαίνει βρωμιά και τη λέξη γλίνα όπως παραπάνω.
Γ(j)νατσής(η),(γη) = Αυτός που τον πιάνει το γινάτι. Από την Τουρκική λέξη inatcilik=πεισματάρης.
Γιουρδάν(j)ς(η),(γη)= Ο Ιορδάνης(όνομα)
Γνάτς (η),(γη)=Υποκοριστικό του  Ιγνάτιος
Γνής(η),(γη) = Υποκοριστικό του Ιγνάτιος. Λέγεται και Γουνής 
Τσ'γουνατίστριας=Της Σταυροπροσκύνησης
Γουνάτιους(η),(γη)= Ο Ιγνάτιος
Γουνιά(η),(γη) = Προέρχεται από το σχήμα του μαντηλιού στο τσεπάκι του σακκακιού που είναι τρίγωνο και κυρίως φαίνεται η γωνία του.Είναι επίσης το μεταξωτό μαντήλι που έδιναν στους αρραβώνες στους συμμετέχοντες και στους γάμους.Σε όσους δηλαδή νέους, βλάμηδες κυρίως, που συνόδευαν και στήριζαν τον γαμπρό .Τέλος είναι και η ορθογωνισμένη πελεκημένη πέτρα που κάλυπτε μερικές φορές εξωτερικά ολόκληρο το σπίτι ή μέρος του όπως, οι γωνίες τουοι λαμπάδες στις πόρτες και τα παράθυρα,οι εξωτερικές είσοδοιί της αυλής κ.λπ.
Γουνιάζου = Γωνιάζω .Βγαίνει από τον ορθογωνισμό κτιρίων αλλά έχει και μεταφορική σημασία και σημαίνει να βρω την κατάλληλη λύση ,να κάνω διάφορες σωστές κινήσεις,να το φέρω ,να το ταιριάσω
Γουνίδ(του) =Το τζάκι. Από τη συνήθεια η εστία να είναι στη γωνία του δωματίου..
Γούπα(η),(γη) = Το ψάρι "γόπα"
Γουτζίζου = Από το γογγύζω.Λέγεται για το ροχάλισμα.
Γριβάντα(η),(γη) =Η γραβάτα.;Από τη Σερβοκροάτικη λέξη Harvat=Κροατία επειδή οι Κροάτες μισθοφόροι στρατιώτες έφεραν  στο λαιμό τους παρόμοιο  δέσιμο  σαν την σημερινή γραβάτα ,οι Γάλλοι το είπαν cravat και οι Έλληνες γραβάτα.
Γριγιά(η),(γη)=Η Γριά
Γρίνα(η)(γη) =Η γκρίνια
Γροιτσίζου= Ευχαριστιέμαι, απολαμβάνω κάτι.Λέμε π.χ. Μή μι τζλών(j)ς,άσιμι να γροιτσίσου του φαγίμ =Μη με ενοχλείς άσε με να απολαύσω το φαγητό μου.
Γρουμπούλ(j)(του)=Eξόγκωμα.
Γυαλουντόλαπου(του)=Το ντουλάπι των γυαλικών.
Γυρεύγου = Γυρεύω .Αναζητώ, ψάχνω Λέμε π.χ. "παγαίνου να γυρέψου απ’ κι’ γειτόν(j)σσα λίγου άλας = πάω να ζητήσω λίγο αλάτι από τη γειτόνισσα" ή "τι γυρέβς έδιου πέρα; = γιατί είσαι εδώ;τί δουλειά έχεις εδώ πέρα.
Γυρίγ(j)=Γυρίζει. Έτσι προφέρονται και άλλες λέξεις που πριν το καταληκτικό ει έχει ζ όπως η λέξη  μυρίζει που προφέρεται μυρίγ(j),πνίγ(j) κ.λ.π.
                        

                                              ΔΕΛΤΑ)(27)

Δαγκάνου= Δαγκώνω
Δαίμουνας(η),(γη)=Ένα ερπετό πολύ μικρό που το βρίσκαμε μέσα σε τρύπες πάνω απο το σχολείο.Είχε άγρια εμφάνιση και μικρά εξογκώματα στο κορμί του. Το μέγεθός του περίπου δέκα εκατοστά ή και λιγότερο και το πλάτος του περίπου δύο εκατοστά.Η ουρά του πολύ μικρή.
Δαμάλ(j)(του)=Το μοσχάρι.Το μικρό λέγεται και ταυρί.Το δε αναπαραγωγικό μπουγάς από την Τουρκική λέξη bugazi=μοσχάρι.
Δάχλα(τα) η δάχκλα=Τα δάχτυλα
Δάχτυλας(η),(γη)=Το μεγάλο δάχτυλο του χεριού και του ποδιού
Δέσ(j)(η)(γι)=H δέση .Το υποτυπώδες φράγμα για συγκέντρωση νερού πίσω του, κυρίως για άρδευση κτημάτων.Από την ερμηνεία της ως δέσμευση π.χ. νερού για χρήση.
Διάνους (η),(γη),διάνα(η),(γη) =Ο γάλος, η γαλοπούλα
Διανουτίζου=Συμβουλεύω
Διαντινά=Επίτηδες
Διαρμίζου=Κάνω δουλιές τακτοποίησης και καθαριότητας του σπιτιού.Έχει και την έννοια των αλλαγών στο σπίτι.Ίσως από το Αιολικό διαρμόζω.
Διάτανους(η),(γη) =Η Διάβουλους=Ο διάβολος Μια έκφραση είναι <<Αη στου διάτανου τσ(j) ακόμα παραπέρα>>
Διατανάρ(του)=Το διαβολάκι ή διαβουλέλ(j) .Το μικρό παιδί και ο νέος γενικότερα που κάνει πολλές ζαβολιές Αλλά και έξυπνο παιδί.
Διμουνάρ(του)=Το έξυπνο παιδί,το διαβολάκι.
Διντρικά(τα)=Τα δένδρα
Διντρισάκ(j)(του)=Η αρμπαρόριζα
Διξίς=Δεξιός
Διουλί(του)=Το βιολί
Δίτσιου(του)=Δίκιο.Όπως π.χ. Δίτσιου έχ(j)ς=Έχεις δίκιο.
Δισπινάρ(του)=Η μικρή έφηβη.Πολλές φορές επιτιμητικά αν είναι και ζωηρή.Και μικρομέγαλο κορίτσι.
Δόμ=Δώσε μου.Όπως π.χ.Δόμ κουμάκ(j) ψουμί=Δώσε μου λίγο ψωμί.
Πα στου δρόμου=Ή απά στου δρόμου.Πάνω στο δρόμο.Τοπική έκφραση για το δρόμο από τη Μεξικάνα μέχρι τη διασταύρωση στο Χάρακα, που αποτελούσε και αποτελεί δρόμο περιπάτου, δρόμο αναμονής των επισκεπτών του χωριού, δρόμο σύνδεσης του οικισμού με το επαρχιακό δίκτυο του Νομού..
Δριμόν(j)(του)=Το μεγάλο με φαρδιά κενά κόσκινο για κοσκίνισμα σταριού, κριθαριού..
Δρουσ(j)νός(η),(γη),(ου)  = Κάποιος που είναι εύκολο να τον ξεγελάσεις.
Δυάσμους (η),(γη),(ου)=Ο διόσμος
Δυσσεύς(η),(γη),(ου)= Ο Οδυσσέας(όνομα)
Δώκα=Έδωσα
Δώτσ(j)ει= Έδωσε


                                                    ΕΨΙΛΟΝ (20)

Έ= Δεν.Λέμε π.χ.Η Λιάκους ε κ(j)'μπιχέντσι κ(j)'Μαρία=Στο Λιάκο δεν άρεσε η Μαρία.
Αλλά και  τι κάν(j)ς βρε,έ βλέπς μπρουστάσ.
Έγ(j)τουνας(η),(γ(j)=Ετούτος .
Έδγιτς ='Ετσι,μ'αυτόν τον τρόπο.Και μια θυμωμένη συζήτηση. Ερώτηση:Γιατί το 'κανις αυτό?Απάντηση:Γιατί έδγιτς,που σημαίνει γιατί έτσι γουστάρω και όποιον του αρέσει.
Έδιου=Εδώ
Εδιουπέρα=Εδώ ακριβώς
Έδουνα ή έδνα =Εδώ μπροστά μου,και έδουνα δε=κοίτα τι κάνει αυτός(κάτι που δεν αρέσει).
Είμπα=Μπήκα
Έιτσ(j)ι=Εκεί
Έλιρις(η),(γι))=Η ιλαρά
Ένιίναι
Εμ=Π.χ Έμ ψεύτς είνι έμ επανουβότυρους. Ενώ είναι ψεύτης θέλει να αποδείξει ότι αδικείται. Βγαίνει κι από πάνω.
Έμπ=Μπεί π.χ.λέμε Βλέπου νά'ρχιτε προς τα δω η Παναγιώτς.Θα ν' έμπ μέσα για θι σταθεί απόξουλέπω να έρχεται προς τα εδώ ο Παναγιώτης .Θα μπει άραγε μέσα στο σπίτι ή θα σταθεί απ'έξω. Και η ερώτηση να έμπου (μπω) μέσα για όχ(j) 
Έμπασ(j)(η),(γι),embash για σωστή προφορά= Eίσοδος
Ένοιουσι ή νοιώσι=Ξύπνησε.Νοιώνω =ξυπνώ
Θα ν'έρκ(j)= Θα έρθει
Έρμα σ(j)μάδια =Ερημιά
Έτσινας=Έτσι
Έφτου= Εκεί.π.χ.Που ένι του τσαπί;Απάντηση Έφτου δίπλα σ.δηλ.εκεί δίπλα σου 
Έφνα πέρα =Προς τα εκεί.Εκεί πέρα,  δείχνοντας με το χέρι.
Έφνα χάμι=Εκεί κάτω
Έχιν(j) =Έχουν

                                                     ΖΗΤΑ(26)

Zαβουρντώ= Πετώ κάτι.Πιθανόν από τη λέξη σαβούρα=άχρηστο.Λέγεται και σαβουρντώ. 
Ζαγίφκου(του)=Το καχεκτικό.Από την Τουρκική λέξη zayif=αδύνατος.
Ζαβός(η),(γη),(ου)= Ο ανάποδος
Ζαβώνου=Στραβώνω ή και τυφλώνω.Π.χ. προσπαθώ να στραβώσω ένα καρφί.
Ζαμπνεύου=Αδυνατίζω,σουρώνω,μαζεύω
Ζαπ=Ζάφτι.Λέμε π.χ.Δε μπουρώ να τουν κάνου ζάπ δηλ.δεν μπορώ να τον συγκρατήσω
Ζαπλαπίδια(τα)=Τα στραγάλια
Ζγιαφέτ(του)= Το τραπέζωμα.Από την Τουρκική λέξη ziyafet=γιορτή
Ζευγαρίζω=Οργώνω
Ζκάφτ=Τσούζει από χτύπημα ή από σύγκαμα.
Δε μ ζμπά=Δεν έχω τύχη, δεν μου κάθεται. Λέμε π.χ.Τσαλιστεύου μέρα νύχτα μα δε μ΄ζμπά=Παλεύω μέρα νύχτα αλλά δεν βλέπω χαΐρι.
Ζ(j)γούρ(του)=Το ζυγούρι
Ζηνουβίγια(η)(γη)= Η Ζηνοβία
Ζιμπίλ(j)(του)=Το ζεμπίλι.Το πλεχτό σακούλι ή και το πάνινο για μεταφορά πραγμάτων κυρίως ψωνιών.
Zιβζέκ(j)ς(η),(γη)=Σκανταλιάρης,ασυνεπής,απρόβλεπτος.Από την Τουρκική λέξη Zevzek που σημαίνει ανόητος,χαζούλης,φλύαρος,χαζοβιόλης,ελαφρόμυαλος,απεραντολόγος,κατεργάρης κ.λπ.Πηγή Βικιλεξικό
Ζλεύγου=Ζηλεύω
Ζνίχια(τα)=Ο σβέρκος ο αυχένας και τα νεύρα του.
Ζόρμπους(η)(γη)=Καρούμπαλο
Ζόρτσα(η)(γη)=Η ζόρικη
Ζούλια =Η ζήλια
Ζούπα=Πολύ βρεγμένος,μούσκεμα.Λέμε π.χ.. Έγινες ζούπα από την πολύ βροχή=Είσαι μούσκεμα από την πολύ βροχή. Από την Ιταλική λέξη zuppa που σημαίνει μουσκεύω στο κρασί. Ως ζούπα είναι  στη Λευκάδα βραδινό  ψημένο ψωμί βουτηγμένο στο κρασί και πιθανά λαδωμένο. Στους αρχαίους Έλληνες και Βυζαντινούς μάλλον πρωινό έδεσμα.Πηγή Γλωσσάρι της Λευκάδας 
Ζουρλαντίζου=Πιέζω κάποιον πολύ και ζουρλαντίσκα=πιέστηκα,ζορίστηκα.
Ζουσταίνουμι=Ζεσταίνομαι
Ζουστήρα(η),(γη)=Η Ζώνη
Ζό(του) =Το ζώο
Ζούφσι=Έσβησε π.χ η φουτιά ζούφσι.=Η φωτιά έσβησε.Ή ζούφσι κ' φουτιά=Σβήσε τη φωτιά
Ζ(j)ώ=Ζω

                                                       ΗΤΑ(5)

Ημ= Ήμουν
Ήμπα =Μπήκα
Ημπόριμ=  Μπορούσα.Συνήθως λέγεται σε περιπτώσεις κάποιας ασθένειας. Π.χ. χθες όλη μέρα δεν ημπόριμ=Χθες όλη την ημέρα δεν ήμουν καλά στην υγεία μου.
Ήνταν(j)=Ήτανε
Ήρτα=Ήρθα.π.χ. Τί θέλειν τσ' ήρταν(j)=Τι θέλουν και ήρθαν.


                                                      ΘΗΤΑ(10)

Θαράπς(η),(γη)=Ο Θεράπων
Θάσ(j)ου(του)=Αναφέρεται σε αμύγδαλο η καρύδι που είναι μαλακό το περίβλημά του ώστε να μπορείς να το σπάσεις με τα δάχτυλά σου.
Θι =Θα π.χ.Θι πάς βρε στου σκουλιό για δε θι πάς.
Θιγιδούλα(η),(γη)=Η  Θεοδούλα
Θιρμουχάρανου(του)=Μεγάλη μπακιρένια κατσαρόλα 
Θκός=Δικό σου
Θ'λα=Θα ήθελα.Π.Χ. θα μπορούσε να, δεν είχε άλλη επιλογή π.χ.Είχι πουλλά πιδιά ,δε μπουρούσι να τα θρέψ τί θλα κάν(j) τα' δουσι αλλού, που σημαίνει ότι είχε πολλά παιδιάεν μπορούσε να τα θρέψει και εξ ανάγκης τα έδωσε για υιοθεσία.
Θλήκ(j)(του)=H κουμπότρυπα.Aπό τη λέξη θηλυκό
Θμούμι=Θυμάμαι
Θουκιδής(η),(γη)=Θουκιδίδης

                                                      ΙΩΤΑ(6)

Ίβγι= Βγήκε
Ικεί=Εκεί
Ιλίκ(j)(του) =Το μεδούλι
Iργάτς (η),(ου)=Ο εργάτης
Ιρίκ(j)(του) =Το κορόμηλο.Πιθανά; από τη λέξη murdum erigi=κορόμηλο
Iστέ =Αλλά,αν και, και όμως. Από την Τουρκική λέξη isteyorum που σημαίνει θέλω που μπήκε στην Ανεμώτια ως iste= θέλω όμως
Ίχ(j) =Έκφραση ικανοποίησης για το πάθημα άλλου λόγω αντιπαλότητας.Λέμε π.χ ιχ(j) .Ιχ(j) μουρή καλά να πάθ(ει).

                                                  ΚΑΠΑ (186)

K(j)=Tην.Που κ(j) παράτσα δε θμάμι ή θμούμι.Πού την άφησα δε θυμάμαι
Καβαλτσεύου=Καβαλικεύω
Καβάτς (του)=Το καβάκι,η λεύκα. Τουρκική λέξη kavak=λεύκα
Kαβακλίκ(j) (του)=H φυτεία της λεύκας
Καγιάς (η)=Πέτρα αρκετά μεγάλη  που μπορείς να την πιάσεις και να την πετάξεις.
Και καγιάδα η πολύ μεγάλη πέτρα.Τούρκικη λέξη kaya=βράχος
Καγιαρός (η),(γη),(ου)=Αυτός που δεν βλέπει καλά.Έχει καγιάρα(στραβωμάρα).Πολλές φορές απο ιατρικό πρόβλημα,άλλες γιατί δεν έχει γρήγορα ανακλαστικά.
Καγίρτσα=Νοιά;στηκα.Λέμε, σι καγίρτσα=σε νοιάστηκα
Καζίκια (τα)=Παιχνίδι με ξύλα που παιζόταν το χειμώνα μετά από βροχή σε μέρη που λάσπωναν. Χρησιμοποιούνταν ξύλα και η προσπάθεια ήταν να τα χώσεις μέσα στη λάσπη έτσι ώστε να μην μπορεί ο άλλος με χτύπημα να στο ρίξει κάτω. Τουρκική λέξη που παλιότερα σήμαινε παλούκωμα.,kazik=στοίχημα και στους νεώτερους χρόνους απάτη.(Βικιλεξικό)
Καθιόλ=Καθόλου.Λέγεται όμως και για λίγο χρόνο όπως π.χ. Πήγις καθιόλ στου πανηγύρ=Πήγες έστω για λίγο στο πανηγύρι.ή για κάποια ποσότητα όπως π.χ.Έχ(j)ς καθιόλ καφέ στου σπίκ(j)=Έχεις λίγο καφέ στο σπίτι(για να μου δώσεις).
Καϊβές (η),(γη)=Από την Τούρκικη λέξη kahve=καφές
Κάκνα (η),(γη)=Η γαλοπούλα
Κακνί (του)=Το μικρό γαλόπουλο
Καλά,σχαντά (τα)= Καλά, άσχημα. Έκφραση που τη χρησιμοποιούσαν για να δηλώσουν αδυναμία εναλλακτικής λύσης.Λέμε π.χ.Καλά σχαντά τα κουκιά φάτα γιατί δεν έχ(j) άλλου φαγί=Καλά άσχημα τα κουκιά να τα φας γιατί δεν υπάρχει άλλο φαγητό.
Καλιμτζουρίζιν(j)=Aναφέρεται στα μάτια κάποιου που δεν μπορεί να συγκρατήσει τα βλέφαρά του. Ανοιγοκλείνουν συνέχεια από τη νύστα.
Καλτίζου=Δεν μπορώ άλλο να περπατήσω η να δουλέψω και αρνούμαι να συνεχίσω.
Καλούμα (η),(γη)=Η καλούμπα δηλαδή το σχοινί που χρησιμοποιούμε για να πετάξουμε χαρταετό.Από τη Βενετική λέξη  caloma,caluma,υστερολατινική  calauma και Ελληνιστική χάλασμα που σήμαιναν  χαλάρωμα,χαλώ. Πηγή: Βικιλεξικό.
Καλουτσ(j)έρ (του) =Το καλοκαίρι
Κάλπς (η),(γη)=Ο ψεύτης.ο τεμπέληςΤουρκική λέξη kalp Περσική (qualp)
Καλ(j)τσεύου=Καβαλικεύω
Κάλ(j)ψι=Κάλυψε.Έπεσαν τα βλέφαρά κάποιου και έκλεισαν τα μάτια του. Στην ουσία κοιμάται συνήθως προσωρινά,για λίγο.
Κάμα (του)=Η αφόρητη ζέστη
Καματιρεύου=Ημερεύω ζώα, συνήθως άλογα.
Καμλαύτσ (του)=Το καλιμαύχι των ιερομένων.
Κάμνου=Γνέθω
Καμός=Λέξη που εκφράζει αντίρρηση για κάποια άποψη.π.χ. Καμός δε νουμίζου πους θα κ(j)'πάρ.Μπα δε νομίζω πως θα την παντρευτεί.
Καμπάκα (η),(γη)=Η κατσίκα χωρίς κέρατα
Κανέ=Κανα,κανένα,κάποιο.Λέμε π.χ. Άμα πας σκ' απουθήκ(j) φέρει κανε τσβάλ(j) να του πάρουμι στσι λιές=Όταν θα πας στην αποθήκη να φέρεις κανένα τσουβάλι να το πάρουμε μαζί μας στις ελιές(μάζεμα).
Κανιά (τα)=Τα μακριά πόδια. Λέμε π.χ. Πάρι τα κανιάσ πιό πέρα να κάτσου τσι γω=Πάρε τα πόδια σου πιό πέρα να χωρέσω και εγώ. Συνήθως αν τα πόδια είναι μακριά.
Κάντιν(j) =Kάθονται.
Καντίνις (οι),(γη)=Οι παπαρούνες ή αγριοτριανταφυλλιές
Καπακλίδικο (του)=Το μπακιρένιο πιάτο με καπάκι.
Καπαντίζουμι=Αισθάνομαι κάποια ζάλη από το πολύ κλειστό περιβάλλον και καπαντίσκα(ζαλίστηκα).Η λέξη έχει σχέση με την καπάντζα που στα Τουρκικά σημαίνει παγίδα.
Καπάντζα (η,)(γι)=Το μεταλλικό συνήθως  (κάλυμμα) μεγάλου μεγέθους  που κλείνει κάποιο χώρο υπέργειο η υπόγειο. Αλλά και κάποιο αντικείμενο  που κλείνει οποιοδήποτε άνοιγμα σε οικοδομή. Από τη Ρουμάνικη capanca που σημαίνει μικρή παγίδα, απάτη(μεταφορικά),δολοπλοκία και σκέπαστρο από χόρτο για πρασιά καπνού. Πηγή: Το λεξικό του Δημοκριτίου Πανεπιστημίου Θράκης των Μαρίας Δαμάση και Αχμέτ Νιζάμ.
Καπιράδα (η),(γη)=Το ψημένο ψωμί, συνήθως σε κάρβουνα η πυρήνα ελιάς.
Καπίστρ (του) =Το δερμάτινο συνήθως αντικείμενο με τμήματα από αλυσίδες και σχοινιά,  που τοποθετούμε στο κεφάλι των μουλαριών ,γαϊδάρων, αλόγων για να τα δένουμε και τα οδηγούμε.
Kαπλαντίζου= Περνώ σεντόνι γύρω από το πάπλωμα(σεντονιάζω).Παλιά γινόταν και με παραμάνες που αν άνοιγαν παρ'  ελπίδα ήταν και επικίνδυνο. Από την Τουρκική λέξη kapladi(3o ενικό αορίστου του kaplamak που σημαίνει καλύπτω, σκεπάζω, περικυκλώνω κ.λπ.
Καπλουδέτς (η)(γη)=Ένα ειδικόδερμάτινο  λουρί που έδενε και δένει το σαμάρι για στερέωση κάτω από την κοιλιά του γαϊδάρου, μουλαριού ,αλόγου.
Καρυά (η)(γι)=Η καρυδιά
Καρίκια (τα)= Οι σειρές από αυλάκια και ανυψωμένα χώματα σε κήπους λαχανικών που φτιάχνονται για να διευκολύνουν το πότισμα και το φύτεμα των φυτών.
Κάρνα (τα)=Τα κάρβουνα
Καρουλιά (η)=Είδος βρώσιμης ελιάς.
Κάρτσα (η)(γη)=Η κάλτσα
Καρώνω=Τεντώνω προς τα πάνω και προς την κατεύθυνση που αντιλήφθηκε κάτι κάτι. Λέγεται κυρίως για γαϊδούρια, μουλάρια, άλογα που είναι εμφανής η ενέργεια αυτή. Λέμε π.χ.η γάϊδαρους κάρουσι τ' αυτιά τ=ο γάϊδαρος κάρωσε(τέντωσε) τ' αυτιά του.
Κασ(j)άν(j) (του) =Ένα εργαλείο χεριού για το καθάρισμα με ξύσιμο της πλάτης των αλόγων,μουλαριών,γαϊδάρων. κ.λπ. Και κασιανίζου=καθαρίζω τα ζώα με το κασιάν(j)
Καστανιά (η)(γη)=Μεταλλική συσκευή για την τοποθέτηση διαφόρων εδεσμάτων σε διαφορετικές θέσεις που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Το χρησιμοποιούσαν εργάτες σε γιαπιά, στο μάζεμα της ελιάς και αλλού.
Κάτα (η),(γη)=Η γάτα
Κατάπιασμα (του)=Προσάναμα,όπως π.χ. το δαδί ή τα κλαδιά.Π.χ.Έβαλα για κατάπιασμα δαδί για να ανάψου ή άψου κ(j) φουτιά.
Καταφρόνια (τα)= Άνθρωποι άξιοι περιφρόνησης.Κακοί χαρακτήρες.
Κάτζουλας (η),(γη)= Η πρόχειρη ξύλινη κατασκευή με οριζόντια κατακόρυφα και χιαστί καπνισμένα συνήθως ξύλα για το άνοιγμα και κλείσιμο περιφραγμένων κομματιών γης,  όπως μπαχτσιαδες και μπαχτσιαδέλια,κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις κ.λπ.Οι συνήθεις διαστάσεις 1.5 έως 2 μέτρα μήκος και 0,80 έως 1 μέτρο ύψος. Υπήρχε πολλές φορές και ένας ξύλινος γάτζος για να μην μπορούν να τον ανοίξουν τα ζώα.Ηλέξη προέρχεται  από τη λέξη κάγκελο.Ίσως και από το αγγλικό cancel=ακυρώνω,εξουδετερώνω,καταργώ.
Κατζουρίδα (η),(γη)=Ένα μακρύ πρόχειρο μπαστούνι από κάποιο κλαρί δέντρου  για το τράβηγμα κλαδιού συνήθως για να πάρουμε τα φρούτα του. Στη μια κορυφή του δηλαδή έχει ανάποδο μικρό τμήμα κλαδιού για τη δυνατότητα έλκυσης.
Κατιλώ=Κυρίως αναφέρεται στα παπούτσια και σημαίνει το φάγωμα τους, την καταστροφή τους. Κυρίως από μακρά η κακή χρήση τους στο περπάτημα.
Κάτια (τα)= Στρώσεις.Π.χ. έβαψα τον τοίχο τρία κάτια.
Κατιβάζου=Κάνω παζάρι και μειώνω κάποια τιμή, ή τις μειώνω ο ίδιος σε κάποιο πελάτη μου.
Κατμάς(η),(γη)=Αυτός που δεν μπορεί να μάθει τίποτα. Ο πολύ κακός και τεμπέλης μαθητής και παραλληλίζεται με τον κατιμά που είναι το τμήμα σφαγίου κακής ποιότητας. Από την Τουρκική λέξη katma που σημαίνει πρόσθετο κομμάτι, ενσωματωμένο, προσαρτημένο.(Ίσως από πονηριά του κρεοπώλη το λίπος ή άλλο κομμάτι κακής ποιότητας στο σύνολο)
Κατμέρια(τα)=Τα ζουμπούλια.Κatmer στα Τουρκικά  είναι τα φύλλα. Σε άλλες περιοχές της χώρας και χωριά της Λέσβου είναι είδη από γκιουζλεμέδες.
Κατρατσίλα (η),(γη)=Η κατρακύλα. Η απότομη επιφάνεια,η τσουλήθρα, η επιφάνεια που δεν μπορεί εύκολα να σταθείς και σε πηγαίνει παρακάτω. Τη λέμε π.χ. για κάποιο οικόπεδο ή χωράφι που δεν μπορείς να το εκμεταλλευτείς εύκολα.
Κάτσα=Έκατσα,κάθησα
Κατσιάκς(η),(γη)=Ο κοπανατζής,αυτός που έφυγε κρυφά.
Κατσιρμάς (η),(γη)=Το παιδί που δεν το είχε προγραμματίσει το ζευγάρι και έγινε από λάθος. Από τη λέξη κατσιρντώ=μου ξεφεύγει.
Κατσιρντώ=Μου φεύγει κάτι από τα χέρια μου χωρίς να το θέλω.Από την Τουρκική λέξη kacirmak=τo χάνω,μου φεύγει.
Κατσκάδ (του)=Το κατσικάκι
Κατσούλα (η),(γη)=Ένα είδος καπέλου με ελλειψοειδές σχήμα και με μυτερή απόληξη μπροστά και πίσω. Λέγεται και για κάποιον που στήνει αυτί να ακούσει τι λένε άλλοι. Το βλέπουμε σε αναμνηστικές εικόνες να το φορά ο αείμνηστος Ελευθέριος Βενιζέλος. Αλβανική λέξη kasule,kesule και λατινική casuala(μανδύας με κουκούλα(Πηγή:Βικιλεξικό).
Κατσούτι=Καθίστε
Κατσπουδιάρκου (του)=Ανάποδο παιδί στην εφηβεία.
Κατσπουδιάρς (η),(γη)=Ανάποδος άνθρωπος
Κατσιώνου=Κακιώνω.Θυμώνω με κάποιον και δεν του μιλώ.
Καυκαλιά(η)=Απο το καύκαλο που είναι το κεφάλι. Χτύπημα πίσω από το κεφάλι.Από τις αρχαίες Ελληνικές λέξεις καύκος και καύκαλον=κύπελλο.
Καυκαλίθρα (η),(γη)=Το άγριο χορταρικό της οικογένειας του ραδικιού. Αλλού λέγεται πικραλίθρα. Το όνομά του μάλλον προέρχεται από το σχήμα που έχουν τα φύλλα του, διαγράφοντας καμπύλη τροχιά σαν το κεφάλι(καύκαλο) με τα μαλλιά.
Καυκοπούλα (η),(γη)=Το φλιτζάνι για τσάι,γάλα κ.λπ Λέγεται και φλυτζάνα.
Καφαλτί(του)=Το  δεκατιανό.Τουρκική προέλευση από το λέξη kahvalti που σημαίνει το πάρσιμο του καφέ(kahve) που τη χρησιμοποιούσαν κυρίως οι οικοδόμοι.
Καχπέ (η),(γη)=Η πόρνη.Όμως και βρισιά για γυναίκα.Π.χ Διαβόλ καχπέ διαβόλ=Του διαβόλου παλιογυναίκα.Απο την Τούρκικη λέξη kahpe=Mια σκύλλα.Μια γυναίκα του δρόμου
Κάψαλα (τα)=Οι φωτιές της παραμονής του Αγίου Ιωάννη που γιορτάζει στις 23 Ιουνίου όπου και το Θερινό Ηλιοτρόπιο.
Καψαλός (η),(γη)=Ο ξανθωπός στην όψη άνδρας ή και ο κοκκινοτρίχης.
Καψουρούχνους (η)(γη)= Ένα φυτό που έχει καυτερή γεύση αλλά εύγευστο.Φυτρώνει αρκετά στην περιοχή της Ντήλ(j)ς πάνω από τον κάμπο και δυτικά του στα υψώματα.Εκεί που είχε παλιά το παρατηρητήριο του ο αγροφύλακας.Πρέπει να περιέχει καψοκαΐνη.Συγγενές φυτό με την άγρια ρόκα
Κβάρα (η),(γη)=Κουβάρα=Πολλά.Π.χ. έχεις μια κβάρα ρούχα. Αλλά και για κακή κατάσταση ατόμου απο αρρώστια.Έτσι π.χ. λέμε αυτός έγινε μια κβάρα .Μάζεψε δηλαδή έγινε ένα κουβάρι.
Κέκ (του)=Το κέϊκ
Κη=Την Π.χ. πήρα κη τσιάνταμ τσι πάηκα. Πήρα την τσάντα μου και έφυγα.
Κήρυκας (η)(γη)(ου)=Ο τελάλης
Κθάρ (του)=Το κριθάρι
Κιαλάρου ή κιαλέρνου=Βλέπω καλά,εστιάζω
Κιγί=Πρόσταγμα σε ζεύγος βοδιών που οργώνουν χωράφι να πηγαίνουν στις γωνίες και τα ακραία γενικά σημεία του χωραφιού.Από την Τούρκικη λέξη Κiyi=επί
Κιζντίζου=Προκαλώ κάποιον ,τον ενοχλώ ,τον κάνω να θυμώσει.Από την Τουρκική λέξη kizdiz=προκαλώ(όλους).
Κιλιπτσ(j)έδις (οι),(γοι)=Οι χειροπέδες λεγόταν και τσιλιπτσέδις
Κιναρωτό (του)=Το ριγέ μισοφόρι
Κιουλάφ (του)=Το φαρδύ καπέλο που πλέει στο κεφάλι αυτού που το φορά.Από την Τουρκική λέξη kulaf=κώνος από το σχήμα.
Κιούμπαλι=Μούστος ξεραμένος στον ήλιο με ανοιχτότερο χρώμα από το πετιμέζι.
Κιουπινέτς (του)= Είδος κάπας βοσκού με κουκούλα από πεπιεσμένο μαλλί
Κιραγί(του) ή Κιράι=Η πάχνη.Από την Τουρκική λέξη kiragi=πάχνη
Κιρασουλάκ(j) (του)= To ουράνιο τόξο
Κιριστές (η),(ου)=Αλλού κερεστέςΗ ξυλεία για την κατασκευή κατοικίας. Απόν την Τουρκική λέξη kereste=ξυλεία.
Κιρκινέζα (η),(γη)=Το αρπακτικό πουλί,γερακοειδές και περιπαιχτικά η γυναίκα με σουβλερή και μακριά μύτη.Προέρχεται από την Τουρκική λέξη kerkenez=είδος μικρού γερακιού
Κιρντίζου=Κόβω τα φύλλα της καπνουλιάς για να πάνε για αρμάθιασμα.  Μάλλον από το Τούρκικο kirdi=έσπασε 
Κιρχανατζής (η)=Αυτός που δεν συμμαζεύεται με τίποτα, αλήτης, άτιμος. Κατά το βικιλεξικό λέξη της αργκό που  κερχανατζής σημαίνει ιδιοκτήτης ή υπεύθυνος  οίκου ανοχής, προαγωγός ,άνθρωπος αχρείος ή θαμώνας πορνείων. Από την Τουρκική λέξη kerhane=οίκος ανοχής
Κισίμ (του)=Η συμφωνία μεταξύ  του ιδιοκτήτη γης και του εργάτη που περιλαμβάνει ποσοστά ως αμοιβή από την παραγωγή.Τουρκική λέξη kisim που σημαίνει τμήμα
Κισίρα =Λέγεται για την ηλικιωμένη κατσίκα, τη γκιόσα.
Κλαίγου=Κλαίω και κλιάμα=κλάμα
Κλαίγιν(j) =Κλαίνε
Κλαί=Κλαίει
Κλάπ(του),κλάπια(τα)=Τα πατημένα παπούτσια που τα φορούσαν σαν παντόφλες για εργασίες στην αυλή. Επίσης τα δένανε στα πόδια από τις κότες για να μην φεύγουν μακριά
Κλαδουρέλια  (τα)=Τα κλαδάκια. Ήταν κλαδιά που μάζευαν οι κάτοικοι για το φούρνο,το καζάνι,για άναμα κάρβουνων κ.λ.π.
Κλαστάδα (η),(γη)=Είδος βρώσιμης ελιάς(πράσινη τσακιστή)
Κλιάμα (του)=Το κλάμα
Κλιαμούρς (η),(γη)=Αυτός που κλαίει με το παραμικρό.
Κλιματσόβιργα (η),(γη)=Κλαρί απο αμπέλι. 
Κλιματσούρα (η),γη)= Το ίδιο
Κλουθουγυρίζου=Γυρίζω γύρω γύρω χωρίς να λέω τι θέλω ή να κάνω κάτι.
Κλούτσκας (η),(γη)=Ο λόξυγκας
Κλώστς (η),(γη)= Εργαλείο για κλώσιμο νήματος
Κμάρ (του)=Το μικρό λαΐνι, το κουμάρι και το μικρό κμαρέλ(j).
Kμάσ(j) (του)=Το κουμάσι, το κοτέτσι. Μεσαιωνική Ελληνική λέξη κουμάσιον και κομάσι.
Κμασ(j)ιώνου=Παίρνω ένα νεαρό της παντρειάς και τον περιποιούμαι ώστε να τον καταφέρω να τον  παντρευτώ ή να τον παντρέψω με την κόρη μου συνήθως.Από την Τουρκική λέξη kumes=πολυ μικρό σπιτάκι.
Κνάδ(του)=Το κουνάβι.
Κνικάτου (του)=Κόκκινου χρώματος
Κνόδαλου (του)=Ο τιποτένιος. Απαξιωτική έκφραση για κάποιον.
Κότσνας (η),(γη),(ου)=Είδος θάμνου της οικογένειας του πουρναριού που δεν είναι αγκαθωτά σαν του πουρναριού αλλά με λεία τα φύλλα τους.
Κότσ(j)νου (του)=Το κόκκινο
Koυβάνια (τα) = Είναι τα παλιά σπίτια των μελισσών. Στην Ανεμώτια και νομίζω σε όλη τη Λέσβο ήταν ορθογώνια παραλληλεπίπεδα ξύλινα κουτιά διαστάσεων περίπου 30 εκ.Χ 30 εκ.Χ 70 εκ. που είχαν μόνο μια μικρή σχισμή μπροστά για να μπαινοβγαίνουν οι μέλισσες και δυνατότητα ανοίγματος του πίσω καπακιού των 30Χ30 για την παραλαβή του μελιού. Τις κερήθρες τις κατασκεύαζαν οι ίδιες οι μέλισσες που έδιναν και το κερί.Τουρκική λέξη kovan=κυψέλη μελισσών
Κουγκτζέλις (οι),(γοι)=Οι κουκουνάρες.
Κουϊντίζου=Βρέχω καλά π.χ κούϊντσι η βρουχή του χώμα=πότισε καλά η βροχή το έδαφος.
Κουϊτούκ (του)=Μέρος απάνεμο. Τουρκική λέξη σχετική με τη θερμοκρασία kuytu= απάνεμο
Κούκλα (η),(γη)=Εκτός από τη συνήθη ερμηνεία του παιδικού παιχνιδιού είναι και το τυλιγμένο μαλλί προβάτου σε μπαλίτσα.
Κουκουρέλις (οι),(γοι)=Κομμένοι κορμοί δένδρων 
Κουκουρόβλους (η),(γη)=Μαύροι στρογγυλοί σπόροι μέσα στο λιχνισμένο σiτάρi από ζιζάνια.
Κούλα (η),(γη)=Το μικρό εξοχικό σπίτι κοντά στην αγροτική παραγωγή του ιδιοκτήτη το καλοκαίρι για λαχανικά οπωρικά αλλά και για το μάζεμα των ελιών το χειμώνα.H λέξη ταιριάζει με τη Βουλγαρική kula=πύργος
Κουλάγια (τα)= Τα ανδρικά γεννητικά όργανα .
Κουλ(j)βόζμους (η)(γη)=Το ζουμί από τα κόλλυβα.
Κουλέθρα (η)(γη)=Το σημείο του μύλου που αδειάζουν το σιτάρι για άλεσμα.
Κουλιαρμούδα (η),(γη)=
Η άλμη του κολιού.

Κουλίτσ(του)=Ένα ψωμοειδές παρασκεύασμα σαν τσουρέκι, που του έβαζαν και ένα κόκκινο αυγό.Τα πήγαιναν δώρο στα βαφτιστήρια το Πάσχα. Η λέξη προέρχεται από τους κολικούς άρτους των αρχαίων Ελλήνων(ατομικά ψωμάκια).Ίδιοι ήταν και οι κόλαβοι.  
Κουλ(j)μπώ=Κολυμπώ
Κουλουκάθουμι= Έκφραση για κάποιον που δεν κάθεται σε ένα μέρος ήσυχα και χωρίς υπερκινητικότητα. Αυτό του μουρό δεν κουλουκάθιτι. Λέμε και καλουκάθσι για επισκέπτη που κάθισε πολύ ώρα. 
Κουλουκόβουμιε ταράζει ο πόνος της μέσης μου από σήκωμα βαριού  αντικειμένου ή σύνολο εργασιών. 
Κουλουκόπκα=Πέθανα στην κούραση 
Κουλουκουμένα (τα)=Οι ψεύτικες δικαιολογίες,με περιστροφή.
Κουλουρτζίτις (οι),(γοι)=Οι παραφυάδες που τους έλεγαν και γαμιάδες.
Κουλουτσθιά (η),(γη)=Η κολοκυθιά
Κουμάκ(j) =Λίγο Π.χ.Δόμ ένα κουμάκ(j)=Δώσε μου ένα κομμάτι.
Κόπρια (τα)=Τα σκουπίδια
Κουμλού (του)=Λάσπη από ασβέστη και άμμο.Τουρκική λέξη kumlu=σκεπασμένο από άμμο.
Koυμπάνια (η)=Η φροντίδα, η μέριμνα για διάφορα τρόφιμα και άλλα υλικά. Από την Τουρκική λέξη compagn=εφοδιασμός
Κουντουρίδια (τα) = Τα ξυλοκέρατα
Κουπανέλ(j) (του)=Το μόλις γεννημένο αδιαμόρφωτο βατραχάκι.
Κουπιλάρ (του)=Αγόρι κάπως ανεπτυγμένο. Λέμε π.χ. Καλέ αυτό έγινι ουλόκληρου κουπιλάρ. Μεγάλωσε δηλαδή.
Κουπιλδέλ(j) (του) =Το δεσποινάριο, η μικρή έφηβη
Κουπρίζου=Βάζω κοπριά στο χώμα.
Κουπρόσ(j)λου=προφορά κουπρόshλου=κοπρόσκυλο=Κακός χαρακτηρισμός  κάποιου  ή κάποιας με την έννοια  του αλήτη σαν το σύλλο που κοπρίζει όπου βρει. Λέει π.χ. ένας που τσακώνεται με άλλον:Διαβόλ κουπρόσ(j)λου διαβόλ.
Κουρατζίνις (οι)(γοι)=Τα μούρα .Μάλλον από το Κουραδίνες  αφού  μοιάζουν με τα περιττώματα των αιγοπροβάτων.Στο Ελληνικό λεξιλόγιο είναι τα περιττώματα του αλόγου.
Koυρατζνιά (η)(γη) σκαμνιά, η μουριά
Κουρδουτσ(j)λιέμι=Κυλιέμαι κάτω πέρα δώθε
Κουρεύγου= Κουρεύω
Κουρμοί (οι)(γοι)=Οι κορμοί κομμένων δένδρων μεγάλου μεγέθους, που τα μεταφέρουν οι Ανεμωτίσιοι έξω από την εκκλησία της Μεταμόρωσης του Σωτήρα για να κάνουν το έθιμο του καψίματος του Ιούδα την παραμονή του Πάσχα..
Κουριάζου= Κόβω ξύλα σε μικρά κομμάτια
Κουρνιόζους (η),(γη)=Το πειραχτήρι. Μάλλον από την Τουρκική λέξη kurnaz=μάγκας, έξυπνος.
Κουρουλαμάς (η),(γη),(ου)=Το οργωμένο χωράφι .Από την Τουρκική λέξη surulmus=oργωμένο
Κουρούμ (του)=Ο σωματότυπος ή η  φυσιογνωμία κάποιου 
Κούρους (η),(γη),(ου)= Ο κούρος, το κούρεμα των ζώων. Γινόταν παλιότερα και πανηγυρικά με τη συμμετοχή όλων  σχεδόν των κτηνοτρόφων του χωριού.
Κουρούκια (τα)=Αναφέρεται στις ελιές που δεν έχουν λάδι,είναι ξεραμένες.
Κουρούπα (η),(γη)=Η φράντζα των μαλλιών
Κουρσ(j)ίούν(j) (του) =Πολύ γρήγορος από το Τούρκικο Kursun=Πορεία
Κουτούκ(j) (του)=Το κομμάτι κορμού
Κουτλώ = Από τη λέξη  κούτελο. Κτυπώ είτε άθελα ή ηθελημένα με το κούτελο πάνω σε κάποιο αντικείμενο,τοίχο, πόρτα κ.λπ. ή κάποιον σε καβγά.
Κουτσάδις (οι),(γοι)= Τα φύλλα της παπαρούνας
Κουτσναδόπτα (η),(γη)=Η πίττα απο φύλλα παπαρούνας
Κουτσνόρζις (οι),(γοι)=Οι κοκκινόριζες,τα παντζάρια
Κουτσουλάματα (τα)=Τα νερά που τρέχουν από τις στέγες
Κούτρουλας (η),(γη),(ου)= Ο πήλινος κλειστός κουμπαράς με σχισμή  .Αλλά και το κεφάλι ανθρώπου κουρεμένου γουλί.
Κούτσα (η),(γη)=Η κούκλα. Αλλά κυρίως περιπαικτικά η γυναίκα που προκαλεί πολύ. Είναι παραστολισμένη. Π.χ. στουλίσκι σαν κούτσα.
Κουτσκούδα (η),(γη)=Το ραβδί με ανωμαλίες στην επιφάνειά του.
Κουτσμπίδ (του)= Το κοντοκαμωμένο άτομο.
Κρεατοδάγκωμα (του)= Πόνος από κρύωμα που εντοπίζεται κυρίως στους ώμους και στην πλάτη.
Kριββαταριά (η),(γη)=Ο αργαλειός
Κριμανταλάδες (οι)= Εγκατάσταση με πασσάλους και οριζόντια ξύλα για την τοποθέτηση της καπνόβεργας(Καλάμι ή ξύλο με σπάγκο πάνω στον οποίο ήταν περασμένα τα καπνόφυλλα για ξήρανση).
Κρασουμπούκαλου (του)=Η κανάτα του κρασιού
Κριβαταριά (η),(γη)= Ο αργαλειός
Κριββατή (η),(γη)=Το σύνολο των προικιών στοιβαγμένα σε ένα σημείο.
Κριββατόγυρους (ου),(η)=Σεντόνι με δαντέλα που σκεπάζει το κρεββάτι
Κρουμμύδ (του) =Το κρεμμύδι
Κρουμμύδας (η),(γη),(ου) =Ο ψεύτης(Λέγεται μεταφορικά).
Κρύγιου (του)=Το κρύο
Κρυών(j) =Kάνει κρύο και κρίγιου=κρύο
Κστός (η),(γη),(ου)=Ο Χριστός. Συνηθισμένη έκφραση όταν συμβεί κάτι ξαφνικό ή κακό. Π.χ. λέμε Κστός τσι Παναγιά. Από  εδώ βγαίνει και το Κστόδουλους=Χριστόδουλος.
Κτάβ (του)=Το κουτάβι Αλλά και το πολύ έξυπνο ή δύστροπο παιδί.
Κτάλα (η),(γη)=Η κουτάλα, αλλά καια μέρος του σώματος ίσως ο ώμος. Υπάρχει η έκφραση Ωχ η ψύμ η κτάλαμ τσούλαμ τ'άλλα μ=Ωχ η ψυχή μου η κουτάλα μου και όλα μου, τα άλλα μου μέρη του σώματος.
Κτηνάλιρα (τα)=Τα πίτουρα
Κτσιά(τα)=Τα κουκιά
Κτσός (η),(γη),(ου)=Ο κουτσός
Κφός (η),(γη),(ου)=Ο κουφός
Κφούνια(τα)=Οι παλιές κυψέλες των μελισσών

                                                 ΛΑΜΔΑ (30)

Λαδίσαν(j)=Eίχαν αρκετό λάδι οι ελιές μέσα στον καρπό τους.
Λαλές (η),(γη),(ου) Η παπαρoύνα,από την Τούρκικη λέξη  lale=τουλίπα
Λάντζα (η),(γη)= Πολύ μεγάλο στρογγυλό μεταλλικό βαρέλι για αποθήκευση κυρίως λαδιού
Λαντουρίζου=Καταβρέχω.Περιχύνω κυρίως λάδι προς όλες τις κατευθύνσεις. Π.χ. λαντούρσις ή λαντούρξις  του πκάμσους=το λέρωσες με λάδι παντού το πουκάμισό σου.Μάλλον από το το λάδι και το ρήμα ρίχνω. Η λέξη συναντάται και στην Κρήτη
Λάτ(j)ς (οι),(γοι)=Οι λάκκοι, οι λακκούβες.
Λαφιάτς (η),(γη),(ου)=Το φίδι η δεντρογαλιά.
Λαψάνα (η),(γη)=Στην Ανεμώτια λένε τα βλαστάρια από τη βρούβα ή το σινάπι  που τα μαζεύουμε  ότανείναι  ακόμα τα κίτρινα μπουμπούκια κλειστά  και τα βράζουμε. Είναι πολύ νόστιμα αφού περιέχουν μέσα τους μελλοντικούς σπόρους. Ελληνιστική λέξη λαψάνη ή λαμψάνη και από το λάμπω.(πηγή Βικιλεξικό).
Λείψι μι=Παράτα με
Λέκτρα (η,(γη)=Η Ηλέκτρα
Λέλικας,(η),(γη),(ου)=Το λελέκι ,ο λέλεκας ή γερανός
Λερός=Ο άπλυτος
Λιγέν(j)=Η μεγάλη λεκάνη για να πλυθεί κάποιος στην αυλή.
Λιγκέρ (του)=Μπακιρένιο πιάτο
Λιγουθμώ=Λιποθυμώ
Λιέμι=Γυρίζω εδώ και εκεί. Π.χ. που λιέσι βρε;=που γυρνάς βρε. Αλλά και λιέτι τσι ψάχν(j) για ιργάτ=γυρίζει και ψάχνει να βρει έναν εργάτη.
Λιές (οι),(γοι) = Οι ελιές. Και θα πάμε στσ(στις) λιές=Θα πάμε να μαζέψουμε ελιές.
Λιμπιγιάνθ (η),(γη)=Η Ολυμπία
Λιόπανου (του) ή λιουπάν(j)(του)=Το ελαιόπανο.Τα ειδικά πανιά πάνω στα οποία βάζουν τον σπασμένο πολτό της ελιάς για να οδηγηθεί στις πρέσσες έκθλιψης.
Λιουδώρα (η),(γη)=Η Ηλιοδώρα
Λιρός (η),(γη),(ου)=Λερωμένος και μονίμως βρώμικος.
Λισαβία ή Λισαβίγια (η),(γη)=Ελισάβετ
Λιόστρα (η),(γη)=Αυτή που γυρνά εδώ και κει πολλές ώρες.Δόθηκε μια ερμηνεία  από το site <<οι λέξεις. έχουν τη δική τους ιστορία>> ότι προέρχεται  από την αρένα που γινόταν οι κονταρομαχίες..
Λόρτους (η),(γη),(ου)= Ο  όρθιος. Λέμε αφού άργισις κάτσι τώρα λόρτους.
Λόμπγις(οι)=Τα φασόλια που δεν  μπορούν να μαγειρευτούν  ως φρέσκα (πράσινα) και ανοίγονται  οι λεγόμενοι λοβοί ή κελύφη  για να πάρουμε το περιεχόμενο που δεν έχει ακόμα στεγνώσει
Λουγιάζου=Κοιτάζω, προτίθεμαι, προγραμματίζω, σχεδιάζω.
Λουγιρίδ (του)= Ετυμολογικά αυτό που όλο γυρίζει. Το μεταλλικό τελάρο απο τα ξύλινα  βαρέλια που με τη βοήθεια διαμορφωμένου κατάλληλα σύρματος- οδηγού το περιστρέφαμε μικρά  τρέχοντας Ήταν ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι.
Λουλούδια (τα)= Εκτός από τη συνήθη ερμηνεία των ανθών, είναι συνήθης η αναφορά στα κολοκυθολούλουδα που αποτελούν διαχρονικό ιδιαίτερο έδεσμα της Ανεμώτιας αλλά και ολόκληρου του νησιού της Λέσβου.
Λούτι=Ελάτε
Λουτραγώτς (η),(γη),(ου)=Ο καταγόμενος από τα Λουτρά.
Λόχ(j) (η),(γη) =To γράφω με αγγλικά στοιχεία για την προφορά της λέξης και την αξία της παρεμβολής του (j)=loch=η φλόγα.
Λυτρίδια(τα)=Τα βότσαλα .Οι λείες πέτρες της θάλασσας και των ποταμών. Και λύτρες τα μεγάλα βότσαλα.

                                                            ΜΙ(177)  

Μαγιασίλ(j) (του)=Οι αιμοροΐδες.Από την Τουρκική λέξη mayasil που σημαίνει είδος εκζέματος κυρίως στο στόμα και μεταφορικά τον πολυλογά και ενοχλητικό όπως οι αιμοροΐδες.
Mπαγιλντώ=Αγανακτώ .Από την Τουρκική λέξη baj(y)ildim kai bayilmak=λιποθυμώ.(Πηγή:Λεξικό Λευκαδίτικης Διαλέκτου.)
Μάγκανους (η),(γη),(ου)=Ο τροχός που τραβούσε ένα ζώο περιστρεφόμενο γύρω -γύρω για να ανεβεί νερό από το πηγάδι
Μαγκανοπήγαδο(του)=Είναι ένα σύστημα άντλησης νερού από πηγάδι με συνδεδεμένους σε κλειστή αλυσίδα πολλούς κάδους το οποίο κινείται από έναν  περιστρεφόμενο τροχό με τη χρήση δύναμης κάπου ζώου (αλόγου, μουλαριού, γαϊδάρου. Μεταφορικά η ρουτινιάρικη (συνήθως σκληρή) δουλειά.
Μαγκαφάς (η),(γη),(ου)=Λέγεται για ζάλισμα από πολύ και έντονη κουβέντα .Λέμε π.χ. έκανις του τσιφάλιμ μαγκαφά=Με ζάλισες. Από ποντιακή λέξη που σημαίνει χαζός, ηλίθιος.
Μαγλίτς (του)=Το δεμένο σφιχτά κεφαλομάντηλο γυναίκας που καλύπτει και τα μάγουλα.
Μαθέ =Δήθεν,κατά κάποιον τρόπο.Π.χ. Είπαν(j) μαθέ πους πήγα τσέκανα ιγχείρισ στου μάτ=Είπανε  πως δήθεν πήγα και έκανα εγχείρηση στο μάτι.Το μαθέ μπορούμε να το παρομοιάσουμε με την έκφραση να πούμε.  Π.χ. Είπαν να πούμε πως πήγα στη Μυτιλήνη.
Μάκ(j) (του)=Το μάτι
Mακούφκου (του)=Βακούφικο.Τα λεγόμενα Βακούφια.Από την Τουρκική λέξη vakif=ίδρυμα.Είναι δωρεές σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο για τη δημιουργία ευαγών ιδρυμάτων όπως σχολείων, νοσοκομείων, εκκλησιών κ.λπ.
Μαθρακός (η),(γη),(ου) = Ο βάτραχος
Μαλαθούνας (η),(γη),(ου)= Ο μαλθακός. Αλλού ερμηνεύεται ως το χαλαρό καλάθι που γίνεται από στάχια, βούρλα και άλλα φυτά.
Μαλάς (η),(γη),(ου)= Το μυστρί. Από την Τουρκική λέξη mala=μυστρί 
Μαλάζου= Έχει την έννοια του χαϊδεύω, πλαστικοποιώ όπως π.χ. μαλάζω τον άργιλο  κρατώ ένα ευπαθές είδος π.χ. φρούτο και το δοκιμάζω αν είναι ώριμο πιέζοντάς το. Μάλλον προέρχεται από τον μαλά(μυστρί) και το ανακάτεμα.
Μαλουτσίδουνου (του)= Από το μαλλοκύδωνο. Το κυδώνι που έχει επάνω του πολύ μαλλί(το χνούδι).Είναι καχεκτικό κακής ποιότητας
Μαμουρίδα (η),(γη)= Ο άταχτος αλλά και έξυπνος νεαρός(συνήθως)
Μανάλ(j) (του) =Το μανουάλι της εκκλησίας.
Μανέλα (η),(γη)= Ο ξύλινος συνήθως μοχλός αρκετά ανθεκτικός περίπου δύο μέτρων για ανύψωση και μεταφορά βαριών αντικειμένων
Μάνις (οι),(γοι)= ΜάνεςΤα 3 πρώτα χέρια ,τα κατώτερα φύλλα του φυτού της καπνουλιάς
Μανίτς (του)= Το μανίκι
Μαντανός (η)(γη)(ου)= Ο μαϊντανός
Μαντήλα (η),(γη)=Το κεφαλομάντηλο των αγροτοκτηνοτρόφων για προστασία απο τον ήλιο κυρίως.Το σύνηθες χρώμα είναι άσπρο αλλά με κυρίαρχο το κίτρινο.
Μαντουρίν(j) (του) =Το μανταρίνι
Μαντράτς(j) (του)  =Ο στενός χώρος. Λέξη προερχόμενη απο το μαντρί όπου σαν χώρος είναι στενός ακόμη και για ζώα.Π.χ.Η Παναγιώτς αγόρασι ένα σπίκ(j) σα μαντράτσ(j).
Mάξους=Επίτηδες. Ηπαν(j) μάξους πους φάγαν(j)  τσι δε πνούσαν(j) γιατί δε θέλαν(j) του φαγί που είχι.
Μασγάλια (τα)=Τα δοκάρια της σκαλωσιάς
Μασγαλότρυπα (η),(γη)= Η τρύπα που άνοιγαν οι μαστόροι κατά το χτίσιμο οικοδομής για να στηρίξουν τα δοκάρια της σκαλωσιάς .Αλλά και μεταφορικά οι τρύπες για πολύ καλό κρύψιμο πραγμάτων.  Λέγεται για το κρύψιμο χρημάτων από ηλικιωμένους  που φοβούνται την ανακάλυψή τους από συγγενείς, παιδιά, εγγόνια, ανίψια κ.λπ.
Mαστέλου (του) = Ο κουβάς και κυρίως ο κουβάς του πηγαδιού που χρησιμοποιείται για την ανέλκυση και λήψη νερού.
Ματουφλάδις (οι),(γοι)= Τα ματόφλαδα
Mατρακάς (η),(γη),(ου) =  Η βαριοπούλα. Πιθανή προέλευση  από την Τουρκική λέξη matrak=ρόπαλο(πηγή :Βικιλεξικό).
Ματσίζου= Ετυμολογικά μάλλον κάνω κάποιο πράγμα σε μάτσαΛέγεται κυρίως για το κρέας το κόψιμό του με μαχαίρια κ.λπ. σε λεπτά κομμάτια όπως π.χ κιμάς. Ίσως από την αγγλική λέξη matching=πανομοιότυπα κομμάτια
Ματσόβιργα (η),(γη) = Η ξύλινη βέργα  διαμέτρου ενός έως δύο εκατοστών και μήκους περίπου εβδομήντα έως ογδόντα,που χρησιμεύει ως  πλάστης φύλλου μπακλαβά,πλατσέντας,πίττας κ.λπ.
Μαχμούρς (η),(γη),(ου) =Αυτός που μόλις ξύπνησε και νυστάζει ακόμα.
Μάχουμι=Μισώ κάποιον. Αυτόν(j) τουν άθριπου τουν(j) μάχουμι πουλύ=Αυτόν τον άνθρωπο δεν τον χωνεύω. Δεν έχει την έννοια του μίσους.
Μέλαγκας (η),(γη),(ου) = Είδος καλλιεργούμενου εδάφους που είναι πολύ σκληρό αλλά παραγωγικό. Μάλλον αργιλώδες.
Μένα δε = Έκφραση που δηλώνει προσπάθεια προσέλκυσης προσοχής κάποιου σ' αυτά που λέει.
Μελ(j)τα (τα)=Τα μέλια
Μεράς=βοσκότοπος
Mήδι=Μήτε,ούτε.π.χ.πήγα στου καφινείου αλλά δεν ήταν(j) μήδι ένας να μλήξου μαζ(j)τ= =Πήγα στο καφενείο αλλά δεν ήταν κανένας να μιλήσω μαζί του
Μiγ(j)τέπ (του)= Το Τζαμί
Μιλίχλουρου (του) =Αναφέρεται σε τυρί που δεν είναι ούτε πολύ μαλακό ούτε σκληρό .Πιο πολύ υποδηλώνει τη μυζήθρα, που όταν είναι σκληρή χρησιμοποιείται για τρίψιμο στα μακαρόνια, τη μανέστρα κ.λπ.
Μιλαχόνια (τα) = Τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπινου σώματος όπως στομάχι, οισοφάγος, έντερα. Λέγεται για όποιον κάνει πολλές φορές σε λίγο χρόνο εμετό και δεν έχει πια να βγάλει άλλες τροφές και υγρά ,όμως συνεχίζει. Λένι πους έβγαλι τα μιλαχόνια τ απ' του πουλύ μιτό(εμετός)
Mίλ(j)ξα=Μίλησα. Αλλά και έκανα τον μεσολαβητή προσπαθώντας να συμβιβάσω κάποιους. Χρησιμοποιείται επίσης και σε περίπτωση προστακτικής προς κάποιον για ομολογία. Π.χ. Μίλ(j)ξι βρε =Ομολόγησε δηλαδή ,ξέρασέ τα.Και δε μίλ(j)ξα=Δεν πρόδωσα.
Μιντέρ (του)=Tο στρώμα γεμισμένο με σίκαλη για καναπέ μπροστά στο τζάκι
Μιρίδις (οι),(γοι)= Εκτός από τη συνήθη ερμηνεία των μερίδων τροφής, υπάρχει και η λέξη που προέρχεται από το μέρος του σώματοςπου είναι  ο μηρός. Από αυτήν έρχεται η λέξη μηρίδες που είναι αυτές που είναι πάνω στο μηρό. Γίνονται με το κάψιμο του εσωτερικού του  μηρού όταν τον θερμάνουμε μπροστά σε τζάκι ή μαγκάλι  με γυμνά πόδια. Και είναι καλλιτεχνικά σχήματα λίγο καμένου  δέρματος.
Μιρμιδίζιν= Το αίσθημα του κνησμού ,της φαγούρας κάποιου μέρους του σώματος χωρίς τσίμπημα εντόμου.
Μισάλ(j) (του) =Η πετσέτα του φαγητού.
Μισάντρα (η),(γη)=Η ντουλάπα με σεντόνι ή άλλο πάνινο κομμάτι αντί για πόρτα.
Μισκίν(j)ς (η),(γη),(ου)=Ο λεπρός. Προέρχεται  από την Ιταλική λέξη mischino=άπορος, φτωχός.(πηγή:Βικιλεξικό).
Μισκινίτσα (η)(γη)=Η λέπρα
Μιτό (του) = Ο εμετός
Μι τσ' γιές=Με τις υγείες.Έκφραση ευχής όταν κερνάμε ποτό σε κάποιον.
Μιτσμένους (η),(γη),(ου) = Ο μεθυσμένος
Μλάρ (του) = Το μουλάρι
Μλαράς (η),(γη)=Ο βλάκας,ο ικανός να σέρνει μόνο μουλάρι.Ήταν και ο στρατιώτης που υπηρετούσε τη θητεία του που λόγω φρονημάτων εντασσόταν σε λόχους φροντίδας μουλαριών
Μλώ  = Μιλώ.Αλλά και δεν τ' μλώ=Είμαι παρεξηγημένος(χουλιασμένους) και δεν μιλώ μαζί του.
Μνημόρ (του) =Ο τάφος ή το μνήμα. Λέγεται και μνημούρ
Μνούχους (η),(γη),(oυ) = Ο ερμαφρόδιτος. Π.χ. αγόρι που έχει και υποτυπώδες αιδοίο μαζί. Πιθανότατη η προέλευση από τη λέξη ευνούχος.
Μόδ=Το μόδι.Το μέτρο μέτρησης όγκου ελαιών 1 μόδι=500 οκάδες ελιέςΟ  μόδιος ήταν αρχαίο ρωμαϊκό μέτρο χωρητικότητας υγρών αλλά και ξηρών καρπών. Ειδικότερα των σιτηρών(πηγή:Bικιπέδια).
Μοιράδιου (του)=Το μερίδιο που δικαιούται ή προσμένει κάποιος από τους γονείς ή άλλους συγγενείς. Λέγεται και ανάλογο.
Μουζαβίρης (η),(γη),(ου)=Αυτός που δεν έχει κανένα δίκιο  για όσα καταμαρτυρεί και όμως γκρινιάζει και διαμαρτύρεται.Από την Τουρκική λέξη muzevir=παραχαράκτης,ψεύτης.
(πηγή:Βικιλεξικό).
Μουζική (η),(γη)=Το μουσικό συγκρότημα
Μουλ(j)βίθρα (η),(γη)=Η μολυβίθρα .Είναι το μέρος μιάς λάμπας πετρελαίου από όπου βγαίνει το φώς μέσω φιτιλιού που τραβά το πετρέλαιο από το χώρο που είναι βουτηγμένο. Διαθέτει και σύστημα περιστροφής του φυτιλιούγια να ανανεώνεται όταν καίγεται.
Μουλουμαθράτς(j )(οι),(γοι) =Οι βάτραχοι της στεριάς.
Μουλώνου = Γεμίζω τα κενά με μικρές πέτρες (τα μόλια) κατά το χτίσιμο, ή όταν θέλω να κλείσω μια τρύπα. Προέρχεται από το βουλώνω.
Μουρό (του) =Αναφέρεται στα μικρά παιδιά κυρίως. Αλλά λέγεται και για πολύ μεγαλύτερους άνδρες και γυναίκες.Π.χ. Η Γνάτς του μουρόμ δεν έχ(j) καθόλ δλιά και ας είναι πενήντα χρονών σε ορισμένες περιπτώσεις.
Μουρουθήτς (η),(γη)=Λέγεται για να εκφραστεί ο μεγάλος αριθμός παιδιών που έχει κάποιος  ή παίζουν  κάπου βγάζοντας κραυγές.
Μουρφιά (η)(γη)=Καλό,Ωραίο.Π.χ. Μια μουρφιά το' βαψις του σπίτ. Πολύ ωραία έβαψες το σπίτι.
Moυσαφιρλιά (τα) = Οι επισκέπτες , μουσαφίρηδες. Π.χ. Ήρθαν πια τσι τα μουσαφιρλιά τσ΄Μαριγής.Από την Τουρκική λέξη misafir και την Αραβική mosafer=ταξιδιώτης
Μουσκουκάρφ (του)=Το μοσχοκάρφι. Το μπαχαρικό γαρύφαλλο
Μουσλούκ(j) (του)=Το μπακιρένιο σκεύος που ζέσταιναν νερό στα καφενεία για τους καφέδες και τα αφεψήματα. Τουρκική λέξη  musluk που σημαίνει όμως βρύση ή βάνα υγρών. 
Μούτ λάκ =Κάτι τρέχει.  
Μούτσνα(τα)=Τα μούτρα ,η φάτσα και μουτσνάρα τα μεγάλα μούτρα.Λέμε π.χ.Αυτός έχ(j) μια μουτσνάρα να!!!
Μπα = Ναί. Π.χ.Πήγις Γιώργου στα πρόβατα. Μπα απαντά ο Γιώργος δηλαδή ναι.
Μπαγιλντώ=Μπαϊλντώ, μπαΐλντισα = Εξουθενώθηκα. Λέμε π.χ. Μπαΐλντισα από τη ζέστη.Από την Τούρκικη λέξη bayilmak=λιποθυμώ
Μπακέτου (του)=Το πακέτο συνήθως με τα τσιγάρα.
Μπακίρα (η),(γη) =Το μεταλλικό σκεύος  με το οποίο αρμέγουν οι κτηνοτρόφοι τα ζώα απο μπακίρι. Η καρδάρα σε άλλα μέρη.
Μπακλαβού (η),(γη)μπακλαβάς. Από την Τουρκική λέξη baklava.
Μπακλαφουράν(j) (του) = Η γιορτή στο ύπαιθρο της Καθαρής Δευτέρας με ψωμί και κουκιά(βουρτουκούτσια)μουλιασμένα από βραδύς. Από την Τούρκικη λέξη bakla που σημαίνει κουκί.
Oι Έλληνες της Πόλης την έλεγαν μπακλαχουράνι.
Μπαλέτα (η),(γη)= Η μαξιλάρα του καναπέ
Μπαλκάμ (του) =Ο αγρός ή το ελαιόκτημα που είναι γεμάτο άγριους θάμνους και που είναι ανάγκη να κοπούν για καλή καλλιέργεια.
Mπαλντίρις (οι)(γοι) =  Τα μακριά πόδια 
Μπαλτζίκ(j) (του)=Ο σπάγκος που έδεναν τον καπνό στις βέργες.
Μπαλτζίκα (η),(γη)=Το έλος με βρώμικα νερά π.χ.έβριξι τόσου πουλί που γίναν(j)ούλα μπαλτζίκα-Έβρεξε τόσο πολύ που έγιναν όλα έλος ή μούσκεμα.
Mπάμπουρας (η),(γη),(ου)=Το έντομο χρώματος κιτρινοκαφέ διπλάσιου μεγέθους από τη σφήκα που το τσίμπιμά του είναι πολύ προβληματικό. Είναι και μεγάλος; εχθρός των μελισσών.
Μπανέλ(j) (του)=Ο μικρόσωμος Μπάνος(Παναγιώτης)
Μπάνους (η),(γη),(ου)=Το υποκοριστικό του Παναγιώτης
Μπάντις(οι)=Τα πλευρά .Λέμε π.χ. Πρόσιξι τσ' μπάντις σ=Πρόσεξε τις πλευρές του σώματός σου.
Μπαρίκια (τα)= Κολλητοί ,αχώριστοι φίλοι που υποστηρίζει ο ένας τον άλλο.
Μπαρριέρα (η),(γη)=Μικρή αυλή. Από το Ιταλικό barriera=εμπόδιο. Ίσως για να μπεις κατευθείαν στο κυρίως σπίτι από το δρόμο.
Μπάριμ =Τουλάχιστον. Από την Τούρκικη Λέξη bari= Toυλάχιστ ν
Μπασ(j)άκ (του)=Το μάζεμα καρπών (ελιές, αμύγδαλα, καρύδια, βελανίδια κ.λπ.)που έχουν παραλειφθεί κάτω από τα δένδρα μετά την κύρια συγκομιδή. Αυτό γινόταν κυρίως από παιδιά για χαρτζηλίκι ή από φτωχούς χωρικούς.
Μπασίστουνε=Εντάξει, μάλιστα
Μπασκί (του) = Ο ξύλινος μηχανισμός(κουτί) δεσίματος αρμαθιών καπνού σε ορθογώνια σχήματα με τύλιγμα τους από λινάτσες. Στο πάνω μέρος του είχε κοχλία και λαβή περιστροφικής  συμπίεσης του περιεχομένου για μείωση του όγκου του.Από το Τούρκικο Baski Altinda=Kάτω από πίεση
                                                               To μπασκί
Μπατζιά (η),(γη) =Η καπνοδόχος.Από την Τουρκική λέξη baca =καπνοδόχος
Μπατζιργιάν(j)ς (η),(γη),(ου)=Ο γυρολόγος.Η λέξη πιθανά  βγήκε από την Τουρκική  λέξη bagir=κραυγή λόγω της διαλάλησης του εμπορεύματος του γυρολόγου με δυνατή φωνή. 
Μπατούνιαρα= Έχασα όλες μου τις δυνάμεις
Μπάτσι =Μήπως και. Aπό το μπας και, μήπως και
Μπαχάρ (του) =Η βοσκή για ζώα(χόρτο) που είναι ξερή με πολύ δυναμωτικό περιεχόμενο λόγω ύπαρξης σπόρων  στους καρπούς τους μετά την άνοιξη. Από την Τουρκική και Περσική λέξη bahar που σημαίνει άνοιξη, άνθιση, νιότη και οποιοδήποτε  είδος μπαχαρικού (πηγή: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκηςτων Μαρίας Δημάση-Αχμέτ Νιζάμ.
Mπαχτιαβάν(j)ς (η),(γη),(ου)=Ο παραγωγός και πωλητής κηπευτικών, κυρίως λαχανικών, ο μανάβης.Από την Τουρκική λέξη bahce=κήπος
Mπαχτσιάς(η),(γη),(ου) =Ο μεγάλος μπαξές και το μπαχτσιαδέλ(j)=Ο μικρός μπαξές.  μπαχτσιαβάν(j)ς =ο μανάβης από την Τούρκικη λέξη bahce=κήπος
Μπίσκιντε ή μπι σκίντε=Απασχόληση
Μπικλιντίζου=Προσέχω κάποιο πράγμα που πιθανόν απειλείται. Λέμε π.χ. Ω Μαρία μπικλέντσι για λίγου  του τραχανά πα σκ(j) ταράτσα μη πά η γάτα.=Μαρία πρόσεξε λίγο τον τραχανά στην ταράτσα να μην πάει η γάτα.
Μπιλιαντέρ (του)=Ο αδελφός ,η αδελφή
Μπιλιμπίκ(j) (του)=Χαϊδευτική προσφώνηση μικρού παιδιού
Μπιλόνιασμα (του)= Το βελόνισμα.Το πέρασμα του καπνόφυλλου στο σπάγκο ανάρτησης μέσο μακριάς μεταλλικής βελόνας μήκους  35-40 εκατοστών με αιχμή μπροστά και τρύπας πίσω για δέσιμο του παραπάνω  σπάγκου στην αφετηρία του
Του μπιμπίτσιμ (του)=Το μπιμπίκι που είναι το γύρω από την τρίχα μέρος του σώματος, που όταν ανατριχιάζουμε ανασηκώνεται. Έτσι λέμε: Ανιτρίχιασα τσι σκώθτσι του μπιμπίτσιμ.
Μπίνια (τα) =Η καβάλα, κυρίως στους ώμους άλλου.Π.χ έκλιγι η μκρός τσι του πήρα μπίνια=έκλεγε ο μικρός και τον πήρα στους ώμους μου.
Μπινιάς (η),(γη),(ου)=Η λάσπη με ασβέστη και τσιμέντο.Η λέξη λεγόταν και για να τονιστεί η σταθερότητα μιας κατασκευής σε σχέση με το χτίσιμο με λάσπη και άλλα υλικά.
Μπινιεύου=Ανεβαίνω στους ώμους κάποιου και με μεταφέρει κάπου αλλά και ιππεύω
Μπινίκ(j) (του) = Το γυάλινο μπουκάλι μεγάλης σχετικά χωρητικότητας.
Μπιντέν(j) (του)=Είδος πλέξης δαντέλας
Μπιντιρίκ(j) (του)=Λεπτό νήμα για τον αργαλειό.
Μπιρικέτ (του)=Αφθονία προϊόντος. Φέτους είχαμι πουλύ μπιρικέτ.Εφέτος είχαμε καλή παραγωγή (στη γεωργική κυρίως παραγωγή).Από την Τουρκική λέξη bereket=αφθονία αγαθών,πλούτος ευλογία και την Αραβική barakat=ευλογία
Μπιρίτ (του) =Το κρυφτό (παιχνίδι)
Μπιρμπάκ(j) =Χάλια. Γίντσις μπιρμπάκ(j).Λερώθηκες
Μπι  σκίντε=Απασχόληση
Μπισλεμές (η),(γη),(ου)=Το ζώο που εκτρέφεται για το κρέας του. Από την Τουρκική λέξη besleme=ταΐζω.
Μπιτζάμινα=Περιοχή του κάμπου  που αρδευόταν με αύλακες και τα ονόμασαν οι παλιότεροι  έτσι από τη λέξη ποτιζάμενα.
Μπιτούνιους (η),(γη),(ου) =Ολόκληρος
Μπιχιντώ=Μου αρέσει.Λέμε π.χ. Τουν είδι του γαμπρό μα δεν τουν μπιχέτσι. Τον είδε το γαμπρό μα δεν της άρεσε.Από την παλιά Ελληνική λέξη μπεγεντώ, μπιγιντίζου και την Τουρκική begenmek=αρέσει.
Μπίχτρα (η),(γη) =Το χτενάκι για το μάζεμα των μαλλιών .
Μπιχτράκ(j) (του)=Το μικρότερο χτενάκι
Μπιχτσής (η),(γη),(ου) =Ο αγροφύλακας. Οι Έλληνες της πόλης εννοούν τον νυχτοφύλακα. Προέρχεται από την Τουρκική λέξη bekci=φύλακας, σκοπός. Επίσης συνδέεται με το μουσουλμανικό τάγμα των Αλεβιτών μπεκτασήδων(αίρεση των σουνιτών)
Μπλάστρ (του)=Το έμπλαστρο αλλά και διάφορα πρακτικά επιθέματα για διάφορες 
αρρώστιες ,χτυπήματα ,καψίματα κ.λπ.
Μπλαστρώνουμι=Πέφτω κάτω φαρδύς ,πλατύς.
Μπλικός ή μπλεκός (η),(γη),(ου)=Από τη λέξη μπλέκω.Το διασταυρωμένο σύρμα περίφραξης οικοπέδου, αυλής, χωραφιού..
Μπλουτσιάζου=Από τη λέξη μπλέκω. Μπερδεύω Μπερδεύω κάποια υλικά και τα κάνω μη λειτουργικά, τα κάνω όπως λέμε άνω κάτω. Συνήθως γίνεται με νήματα, πετονιές κ.λπ. Λέμε π.χ. Του τλίγου καλά του νήμα αλλά αυτό δε ξέρου γιατί μπλουτσιάζ=Το τυλίγω καλά το νήμα αυτό δε ξέρω γιατί μπερδεύεται.
Μπλότσιασι =Μπλέχτηκε, Μπερδεύτηκε. Από το εμπλέκομαι, εμπλοκή.
Μπόλκα (η),(γη)= Το καλό χτένισμα κυρίως με χωρίστρα και μπριγιόλ.
Μπολκάκ(j) (του)=Το κοντό ζακετάκι.
Μπορός (η),(γη),(ου)= Ο περιφραγμένος χώρος για συγκέντρωση ζώων.
Μπουγάς (η),(γη),(ου)=Ο νεαρός ταύρος κατάλληλος για αναπαραγωγή. Από την Τουρκική λέξη boga burgu=ταύρος
Μπουγιουρτίζου=Στέλνω κάποιον κάπου.
Μπούγκλους (η),(γη),(ου) =Ένα μεταλλικό δοχείο ειδικό για την αποθήκευση και μεταφορά λαδιού. Έχει ελλειψοειδή οριζόντια διατομή ύψος περίπου 80 εκατοστά με λαιμό.


                                                         O μπούγκλος
Μπουγουτζής (η),(γη),(ου) =Αυτός που τα θέλει όλα δικά του.Ο αχόρταγος.
Μπουθκλώνουμι=Δεν προσέχω και μπερδεύομαι σε μικροεμπόδια με κίνδυνο να πέσω κάτω. Και μπουθκλουμένους, αυτός που είναι απρόσεκτος γενικά.
Μπουλαμάτσ(j) (του)=Η θολούρα, το ανακάτεμα από το τουρκικό bulamma=θόλωμα. Λέμε π.χ. Το κρασί φέτου γίν(j)τσει μπουλαμάτσ(j)=To κρασί φέτος έγινε θολό.
Μπουλαντίζουμι =Ανακατεύομαι μέσα μου, αναγουλιάζω. Από την Τουρκική λέξη bulanti=ναυτία, ανακάτεμα του οργανισμού.
Μπουμπούτσια (τα )=Τα σκοτάδια
Μπουνάτσους (η),(γη),(ου) =Ο αγαθός, ο βλάκας. Άτομο που μπορείς να τον ξεγελάσεις. Χαζός
Μπουν(j)δέλους (η),(γη),(ου)=Ο ανόητος, ο χαζός. Λέμε π.χ.Καλά δε σ κοβγ καθιόλ,μπουν(j)δέλους είσι.=Καλά δεν καταλαβαίνεις τίποτε χαζός είσαι.
Μπουνίζου(του)=Λέω κάτι για να ενοχλήσω κάποιον που στο παρελθόν μου είχε πεί κάτι που με είχε πειράξει. Του το φύλαγα και σε κάποια στιγμή του το κοπάνησα. .Λέμε π.χ. Μ' του φύλαγι τσι μ' του μπόν(j)σι.=Μου το φύλαγε και μου το χτύπησε.
Μπουντίσκα =Ζαλίστηκα, θόλωσε το μυαλό μου και μπουντσμένους=θολωμένος
Μπουνταντανίζουμι=Ταρακουνιέμαι
Μπουθκλώνουμι=Μπερδεύομαι και πέφτω κάτω
Mπούρδα (η),(γη)='Ενα μεγάλο τσουβάλι
Μπουρθκλώνου=Μπερδεύω κάποιον γενικά
Μπουρθμούλκου (του)=Το κακοφτιαγμένο 
Μπουρμάς (η),(γη),(ου) =Η βάνα. Αλλά και αυτός που δεν είναι σταθερός στα λόγια του. Αυτός που τα στρίβει ανάλογα με το συμφέρον του.
Μπουρτίζου = Στρίβω κάτι με βία όπως με το σφουγγαρόπανο. Αλλά και μ' τα μπουρτίγ(j)ς  δηλ αλλάζεις γνώμη.
Μπουρού (η),(γη) =Ηχητικό σύστημα με τον ατμό για κάποιο μήνυμα όπως έναρξη εργασίας. Στο παλιό ελαιοτριβείο της Ανεμώτιας πριν το 1950 υπήρχε μπουρού που σφύριζε το πρωί για δουλειά. Από την Τουρκική λέξη boru που σημαίνει σωλήνας  ή σάλπιγγα και βούκινο.(πηγή: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης των Μαρίας  Δημάση και Αχμέτ Νιζάμ.
Μπουρόκλαδου=Το κλαδί του μπορού. Το κλαδί που συνήθως  έβαζαν οι κτηνοτρόφοι στην είσοδο του χώρου συγκέντρωσης  των κατσικιών ή προβάτων για άρμεγμα ως εμπόδιο φυγής τους.Η είσοδος λεγόταν και λέγεται μορός ή βορός.
Μπουσκιουρτνίζου=Καταβρέχω λίγο, ραντίζω , ψεκάρω με νερό. Λέμε π.χ. Μπουσκιουρντίζου τουν καπνό για να μαλακώσιν(j) τα φύλλα τ.
Μπουταμός (η),(γη),(ου)=Ο ποταμός
Μπουτζάκ=Ένα στενό μέρος, απάνεμο ακριανό, δυσδιάκριτο.
Μπούτσκους (η),(γη),(ου) =Η μικρή στρογγυλή πέτρα που την χτυπούσαν με πλακερές πέτρες στο παιχνίδι οι αμάδες. Μεταφορικά αυτός που κάθεται κάπου και εμποδίζει την κίνηση.
Μπούφου =Επιφώνημα ανίχνευσης βρόμας.
Μπουχάν(j) (του) = Ο χώρος που έχει πολύ καπνόAπό την Τουρκική  λέξη buhan=ατμός
Μπουχτσάς (η),(γη),(ου) = Ο μπόγος από ένα σεντόνι δεμένο χιαστί από τις κορυφές του ή τις πλευρές του,  που περιέχει διάφορα αντικείμενα.
Μπριγιαντές (η),(γη),(ου)=Το μασούρι με κλωστή ραψίματος.
Μπρίκ (του)=Το κεραμιδί (χρώμα)Από την Αγγλική λέξη brick=τούβλο και το χρώμα του.
Μπρόμτα τσ'ανάστσιλα (τα) = Μπρούμυτα και ανάσκελα. Έκφραση για κουβέντες ασυνάρτητες.
Μπρουβάλου=Προβάλλομαι. Βγαίνω στο προσκήνιο, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι. Λέμε π.χ.Χάστσις πλιά, γιατί δε φάντσις να σι δώ να μλίξουμι=Χάθηκες πιά, γιατί δεν εμφανίστηκες να σε δω να κουβεντιάσουμε.
Μπρουμτσ(j)έλα (η),(γη) =Μπρούμυτη κύλιση. Η κωλοτούμπα
Μπρουμτώ = Πέφτω προς τα εμπρός.
Μπρουσ(j)νέλα (η),(γη) =Μπροστινέλα. Το πρόβατο που οδηγεί το κοπάδι. Πηγαίνει μπροστά.
Μσίρ (του) =Η Αίγυπτος βασικά. Αλλά και έκφραση στην Ανεμώτια που απαντά στο που θα πας με κάποια ειρωνεία αφού ο χώρος του χωριού είναι μικρός.Η συνήθης απάντηση είναι :Στου μσίρ τσ' ακόμα παραπέρα
Μσουκουλέλ(j) (του) =Ο Κοντορεβυθούλης. Με μισό κωλαράκι.
Μστάρ (του)=Μαστάρι, μαστός
Μστάτς(j) (του) =Το μουστάκι
Μταλιάζου=Λαγοκοιμάμαι, πέφτει το κεφάλι μου (και η μύτη μου)προ τα κάτω.
Μτζήθρα (η),(γη)= Η Μυζήθρα
Μτσούνις (οι),(γοι) =Οι μουτσούνες,οι προσωπίδες.
Μύγια (η),(γη) =Η μύγα
Μύκ(j) (η),(γη) =Η μύτη
Μυλωθρός (η),(γη)= Ο μυλωνάς
Μυρίγ(j) =Βρωμάει Στην Ανεμώτια σκέτο και για αρνητική έκφραση το μυρίζει σημαίνει βρωμάει. Λέμε π.χ Ιδώ κάτ μυρίγ(j)=Eδώ κάτω βρωμάει. Ενώ λέμε τί ωραία που μυρίγ(j) του λουλούδ αυτό=Πόσο όμορφα ευωδιάζει αυτό το λουλούδι.
Μυρμήτζ(j) (οι),(γοι)= Tα μυρμήγκια
Μχάν(j) (του)=To φυσερό του σιδερά που δυναμώνει τη φωτιά.

          
                                                             NI(55)

Ναμκιόρς (η),(γη)(ου) =Ο άτιμος, ο ανάποδος.Aπό την Τουρκική λέξη  nankor που σημαίνει αχάριστος και την Περσική ρίζα  nan=ψωμί αλλά και δύστροπος αχάριστος, αχόρταγος  κατά τον Τσιφόρο(Ιστολόγιο Νίκου Σαραντάκου)
Nάφνα= Να εκεί
Νε=.Ούτε. Δε διάλιξα νε του έναν(j) νε του άλλουν(j).Δεν επέλεξα (π.χ για σύζυγο) ούτε τον έναν υποψήφιο ούτε τον άλλον.
Νιρουφίδα (η),(γη)=Το νερόφιδο
Νιρατζάς(η)γη)(ου)=Ο νερατζάς, το ροδόσταμα, το ανθόνερο.
Νιμπέτ (του) =Το αντικείμενο που συμβόλιζε την προτεραιότητα στις κοινόχρηστες βρύσες του χωριού. Οι βρύσες ήταν λίγες και για τούτο έπρεπε να μπει κάποια σειρά. Όποιος βιαζόταν ή δεν πρόφταινε πήγαινε στις βρύσες από πηγές, όπως η Βρυσάρα,  ο Καλοκώστας κ.λπ.
Μι νοιάγ(j) = Aπό τη λέξη έννοια και έγνοια. Με το δεν μπροστά σημαίνει δεν έχω την έγνοια δεν με ενδιαφέρει, δεν καίγομαι. Λέμε π.χ.Τι μι νοιάγ ιμένα άμα ισ(j)ί δέν έχ(j)ς του νους=Τι με ενδιαφέρει εμένα άμα εσύ δεν προσέχεις.
Άμα νοιώγ(j)ς =Άμα νοιώσεις =Αν μπορείς να μαντέψεις.π.χ.Άμα νοιώγς ποιά ήταν η πρώτη γυναίκα στον κόσμο. Είναι κάτι σαν τα σημερινά κουίζ
Nοιώσι=Ξύπνα π.χ. Άντι νοιώσι πλιά=Άντε ξύπνα πια.Τσι η Γιώργους ένοιουσι τσι πάητσι=Και ο Γιώργος ξύπνησε και έφυγε.
Νοιώσμα(του)=Το αίνιγμα
Νουμίγ(j)ς = Νομίζεις
Noυγώ=Καταλαβαίνω, ξέρω.Λέμε π,χ. Τούτουνας δεν ίνι στα καλά τ ,δε νουγά τίπουτα=Αυτός εκεί δεν είναι στα καλά του δεν καταλαβαίνει τίποτα.
Νουμούτ (του)= Η αυτοπεποίθηση, το καθαρό πρόσωπο, το κουράγιο, η νομιμοποίηση.
Π.χ.Έχ(νj)ς νουμούτ να ζητήσεις βοήθεια από κάποιον. Πόλύ πιιθανόν από την Τουρκική λέξη umut=ελπίδα
Ντα =Τι.Π.χ.Ντα έκανις τόσ(j)ιν(j) ώρα..Τι έκανες τόσην ώρα
Νταβάς (η),(γη),(ου)=Το βαθύ χάλκινο ταψί. Από την Τουρκική λέξη tava=τηγάνι
Νταβλαγκού (η),(γη)=Το φυτό κουφοξυλιά.Χρήσιμο για χρήση μετά την εξαγωγή της ψύχας των κλαδιών του φυτού ,της εντεριόνης. Κατασκευαζόνταν φλογέρες αλλά και τα <<πατλάτσια>>.Τα πατλάτσια ήταν αυτοσχέδιο παιχνίδι με το οποίο εκτοξευόταν ένα πολύ μικρό κομμάτι  ξύλου  που έμπαινε μπροστά στην τρύπα του ξύλινου  σωλήνα ,που ήταν σαν μικρός αυλός(φλογέρα) και που δεν είχε οπές στο σώμα του .Με συμπίεση του αέρα που ήταν στο κενό του αυλού πεταγόταν το μικρό κομμάτι στο στόχο,συνήθως κάποιο κεφάλι για αστείο.
Νταβούλ(j)(του) =To νταούλι
Νταγιανάμαντι =Προτροπή για την επίδειξη κουράγιου(Τούρκικη λέξη μάλλον) σχετική με τη λέξη νταγιάντα.
Νταγιαντώ=Αντέχω
Ντάλ καβάτς =Ανάσκελα.Από την Τουρκική φράση dal kavac=κλαδιά λεύκας.Ίσως που πέφτουν κι ανασκελώνονται.
Νταλντίζου =Χώνω κάτι με δύναμη   ή χώνομαι βαθιά μέσα στη γη ή στο νερό, βυθίζω με πίεση.Κατά το Κρητικό λεξικό τρυπώνω, αποξεχνιέμαι.
Νταλντίτσια (τα) =Μαύρα μικρά πουλιά που ζουν σε υγρότοπους και βουτούν συνεχώς στους λασπώδεις βυθούς για τροφή.Λέγονται αλλιώς και νανοβουτηχτάρια.(επιστημονική ονομασία podiceps rufficolis).
Νταλώθκα =Ζαλίστηκα.Κυρίως αναφέρεται στα αποτελέσματα της υπερέκθεσης στον ήλιο. Αλλά χρησιμοποιείται και σε περίπτωση που κάποιος ζάλισε άλλον με  τη φλυαρία του.
Ντάμ (του) =Ο σταύλος κυρίως για γαϊδάρους,μουλάρια ή άλογα. Από την Τουρκική λέξη dam-καλύβα(πηγή:periergos.gr.). Μερικά διαμορφώνονταν  από λιγότερο εύπορους σε θερινή ή πρόσκαιρη κατοικία.                                             
Νταμλαδιάσ(j)κα=Ζαλίστηκα απότομα.
Νταμλάς (η),(γη),(ου)=Ο νταμπλάς. Η απότομη και δυνατή ζάληΛέμε π.χ. Σαν τ' άκσα μου'ρθε νταμλάς.Αλλά και του' ρθει νταμπλάς τσι πέθανι όταν δεν διαγνώστηκε η ξαφνική αιτία θανάτου.
Νταμλαδιάσκα= Ζαλίστηκα
Νταμπάν(j) (του) ή ταμπάν(j)=Ίσιο μέρος κυρίως χωραφιού, οικοπέδου.
Νταμπανόξ(j)λα (τα)=Τα ταβανόξυλα. Τα ξύλινα δοκάρια του ταβανιού.
Νταρί(του)=Αραβόσιτος
Νταρουκούτσα (η),(γη) = Η κούκλα(κούτσα) από νταρ(καλαμπόκι).  Πολλές φορές συνηθιζόταν να λέγεται το στέλεχος μετά την απομάκρυνση των σπόρων που τα χρησιμοποιούσαν τα κοριτσάκια;  ως βάση  για κατασκευή κούκλας
Ντάρμα νταγάν(j)=Άνω κάτω όλα.Λέμε π.χ.Τα έκανις oύλα  ντάρμα νταγάν(j).Τα έκανες όλα άνω κάτω.
Νταχτιρτίζου = Υπηρετώ κάποιον. Από το νταχτιρντί που κάνουμε στα μικρά παιδάκια. Μεταφορικά έχει την έννοια της δυσανεξίας για την υπηρεσία που προσφέρουμε σε κάποιον όταν  δεν το κάνουμε με χαρά.Π.χ. Δε μι φτάν(j) η κούρασ(j) όλη μέρα έχου να νταχτιρτίζου τσι του Χρίστου =Δεν μεφτάνει η κούραση έχω να παίζωνα ασχολούμαι  και με το Χρίστο.
Ντέν(j)κια (τα)=Τα; δέματα καπνού.
Ντερμπιγιέ (του)=Το κουμάντο, η καλή διαχείριση. Από την Τουρκική λέξη dermiye που έχει σχέση με τη διαχείριση της οικονομίας σπιτιού,τη νοικοκυροσύνη. Η μη σπάταλη διαχείριση.
Ντέφι μπελά = Δώσε τόπο στην οργή. Από την Τουρκική φράση defi bela=αποφύγετε το μπελά, το κακό.
Ντικ(j)μές (η),(γη),(ου) = Το υποκείμενο (εκκριζωμένος θάμνος αγριελιάς)που το εμβολιάζουμε  με ήμερο εμβόλιο στον τόπο που θέλουμε να μεγαλώσει.Από την Τουρκική λέξη dikme=φύτεμα(εδώ)
Ντιμπισίρ (του)=Κονδύλι με πλάκα(σχολικά). Λέμε π.χ. τράβα μια ντιμπισιριά. Τουρκική λέξη tebesir=κιμωλία αλλά  και το κοντύλι γραφής σε πλάκα.Πιθανολογώ πως  η λέξη χρησιμοποιήθηκε στο χωριό για το σβήσιμο μιας παρεξήγησης.
Ντίμπι τ=Η αγωνία κάποιου, η λαχτάρα του. Ελέχθη για το χωρικό που αγόρασε πολλές πήχεις ύφασμα να κάνει σώβρακα. Έκανε ένα στην αρχή  και πήγε να το δείξει στην αρραβωνιαστικιά του με λαχτάρα.Άνοιξε τα πόδια του να της το δείξει με άσχημα επακόλουθα. Λέγεται και για το γυμνό με τη λέξη ντιμπί.π.χ.ήταν ντιμπί απάνου στη στσιά=ήταν γυμνός επάνω στη συκιά.Από την Τουρκική φράση dibi dusmek=έντονη επιθυμία;
Ντινικές (η),(γη),(ου)=Ο τενεκές,δοχείο.Από την Τουρκική λέξη teneke=κασσίτερος.
Ντίπ=Το φύλλο της καπνουλιάς που κόβεται πρώτο.Από την Τουρκική λέξη dip=το κάτω μέρος.Εδώ τα πρώτα κατώτερα φύλλα του φυτού.
Ντίπουστου (του)=Το δεύτερο χέρι που κόβουμε από την καπνουλιά.Από την Τουρκική φράση dip ustu= Το πάνω από το κατώτερο ,δηλ.το δεύτερο χέρι της καπνουλιάς συνήθως
Ντιρλέτσι=Πήρε τα πάνω του, συνήλθε π.χ..Ντιρλέντσι η Χρήστους.=Συνήλθε ο Χρήστος. Από την Τουρκική λέξη dirlit=ζωντάνεψε ,πήρε τ' απάνω του.
Ντιρμάν(j) (του)=Η αντοχή,το κουράγιο(από το τουρκικό derman=δύναμη.Παλιά λέξη
Ντίρντιρας (η),(γη),(ου)=Ο γκρινιάρης,αυτός που μουρμουρίζει ενοχλητικά συνεχώς.Λέμε π.χ.είσι ένας ντίρντιρας αγ(j)' πάγ(j)νι απ'του τσιφάλι μ=Είσαι πολύ ενοχλητικός,άντε φύγε από κοντά μου.Βγαίνει από την έκφραση ντιρ,ντίρ=συνεχής ενοχλητική γκρίνια.
Ντιψ(j)ής (η),(γη),(ου)=Βρωμόλογος.Από  την Τουρκική λέξη depsiz=Αυτός που δεν έχει όρια στη συμπεριφορά του.
Ντουγέν(j) (του) =Ξύλινη κατασκευή που την έσερναν ζευγμένα άλογα ή βόδια για να βγάζουν το σιτάρι απ;o τις θυμωνιές.Οι διαστάσεις του περίπου 80 εκ.Χ200 εκ μπροστά ελαφρά κεκλιμένο προς τα πάνω.Ενωμένα ξύλα το ένα δίπλα στο άλλο και στον πυθμένα τοποθετημένες αιχμηρές πέτρες χαλαζία για να σπάζουν τα στάχυα.Τα ζώα γύριζαν γύρω -γύρω μέσα σε διαμορφωμένο αλώνι με τη βοήθεια σχοινιών που κρατούσε ο αναβάτης που στεκόταν πάνω στο ντουγένι αλλά και της λεγόμενης βουκέντρας .Η βουκέντρα ήταν ραβδί με ένα καρφί στο ένα άκρο του με το οποίο κεντούσαν τον πισινό του ζώου για να προχωρά.Μετά γινόταν το λίχνισμα δηλ.το σήκωμα ψηλά το σπασμένου σταριού που με τη βοήθεια του αέρα έπεφτε κατακόρυφα και οι ξένες ύλες ως ελαφρότερες μακρύτερα. Από την Τουρκική λέξη dovmek=χτυπώ ,δέρνω(στην περίπτωσή μας το σιτάρι κ.λπ.
Nτουμπλιδιά (η)=Ο διπλός επαναλαμβανόμενος τουφεκισμός με κυνηγετικό όπλο. Μάλλον προέρχεται από το Αγγλικό ντάμπλ double=διπλό)
Ντουζτίζου = Ενοχλώ κάποιον.Βάζω δύναμη. Αλλά και πιέζω το αρσενικό ζώο να συνουσιαστεί με το θηλυκό για αναπαραγωγή με την λέξη duzdiz.Eίναι η Τουρκική έννοια της ακαταμάχητης επιβολής του ερωτύλου στο θηλυκό .Εδώ μπορεί να εξηγηθεί και ως παρότρυνση π.χ. στον τράγο για αναπαραγωγή.. 
Ντουλάντα=Ψιλοαπατεώνας,κατεργάρης στην αργκό .Αυτός που δεν κρατά το λόγο του.Λέξη από την Τουρκική dοlandirici=απατεώνας.Π.χ. έλεγαν :Διαόλ ντουλάντα τ'κιρατά.Βρε σύ  απατεώνα του κερατά
Ντούμ (του)=Δρασκελιά.Από την Τουρκική λέξη adum=δρασκελιά
Ντουμπρούτς(j) (του) =Το πολύ πρησμένο μέρος του σώματος.Π.χ.μι τσίμπσι μια σφήκα στου πουδάρ τσι γίντσι ντουμπρούτς.Πιθανότατα από την Τουρκική λέξη topruc που σημαίνει στρογγυλό εξογκωμένο
Nτουρούκ(j)(του)= Ο αγράμματος,ο ανεπίδεκτος μάθησης. Από την Τουρκική λέξη doruk=κορυφή.Όμως στην αργό  σημαίνει ανεπίδεκτος μάθησης.
Ντουσιμές (η),(γη(,(ου) = Το λιθόστρωτο.Από τηνΤουρκική λέξη deseme=επένδυση
Νυχτέρ (του) = Η παραμονή κάποιου ξυπνητού  όλη νύχτα για λόγους επείγουσας εργασίας η για θρησκευτική αγρυπνία.

                                                          ΞΙ(45)

Ξαρουστκό (του)=Το ξαρρωστικό.Το θεραπευτικό,αυτό που διώχνει την αρώστια,αντί για φάρμακο.Λέμε π.χ.Ήταν(j) πουλί καλό του ζμί απ' τα χουρτάρια,ήνταν(j) σαν ξαρουστκό. Ήταν πολύ καλό το ζουμί από τα χόρτα ,σα γιατρικό.
Ξάφκ(j)  = Ξάφτει,καίει .Λέμε π.χ. όταν βάζουμε οινόπνευμα ή άλλο επίθεμα  σε πληγή όπως ιώδιο κ.λ.π.Σιγά γιατί ξάφτ.Από τη λέξη άναμα, ξάναμα, ανάβω.Με ξανάβει δηλαδή.
Ξήβγα =Ξεπατώθηκα στην κούραση, κουράστηκα στην προσπάθεια.
Θα σι ξιβγάλου =Θα σε αφανίσω.Π.χ.η μαμά φωνάζει στον Γιωργάκη.Άμα σι πιάσου θα σι ξιβγάλου.Άμα σε πιάσω θα σου δώσω πολύ ξύλο.
Ξηρουτρόχαλου (του)=Ο τοίχος ο χτισμένος με πέτρες χωρίς λάσπη,η ξερολιθιά αλλά κυρίως κακής ποιότητας,έτοιμος να καταρρεύσει.
Ξιγανιάζου = Από τη λέξη γάνα(το πράσινο του χαλκού).Κάνω κάτι και φεύγει από πάνω μου κάποια ενέργεια,  επιθυμία, δύσκολη κατάσταση. Λέγεται και σε περίπτωση κάποιας πρόσκαιρης σεξουαλικής ικανοποίησης χωρίς το στοιχείο του έρωτα.
Ξίγκλα (η),(γη)=Ο σιδερένιος πήχης για το τέντωμα του πανιού στον αργαλειό.Αλλού λέγεται  το πετραχήλι.
Ξικατουριέμι= Μου έρχεται έντονη ανάγκη να κατουρήσω, κατουριέμαι
Ξικουρασ(j)ιά (η),(γη)διακοπή όποιας δραστηριότητας,η ανάπαυλα.
Ξιλατσ(j)άζου =Ξελακκιάζω. Τρομάζω συνήθως τα πουλιά και τα κάνω να πετάξουν. Συνηθισμένο στους κυνηγούς.Βγαίνουν δηλαδή από το λάκκο που έχουν πάει για να πιουν νερό. Μεταφορικά για την περίπτωση κάποιου είδους φλέρτ αγοριών με κορίτσια που φεύγουν μετά από κάποιο κυρίως μη έξυπνο πείραγμα. Αλλά και στην περίπτωση ανακάλυψης κάποιου ξεμοναχιάσματος δύο ερωτευμένων που κάποιος τους  το χαλά.Π.χ. Τσ' είδαμι να φλιούντιν(j),πήγαμε κοντά τσι τσ'  ξιλατσ(j)άσαμι.=Τους είδαμε που  φιλιόντουσαν, πήγαμε κοντά και τους το χαλάσαμε.
Ξιμασχαλιάζου=Αποσπώ ένα κομμάτι κλαδιού απο δένδρο αλλά όχι με σπάσιμο αλλά με τράβηγμα προς τα κάτω να βγεί και κομμάτι φλούδας.
Ξιματιάζου = Ξεματιάζω. Διώχνω το κακό μάτι.  Απαλάσσω κάποιον από το κακό μάτι με τη διαδικασία της σταγόνας λαδιού σε λίγο νερό.
Ξιματίζου =Ξεματίζω. Από το βγάζω το μάτι. Η διαδικασία αφαίρεσης τμήματος από την περιοχή όπου το μάτι του κουκιού (μαύρη γραμμούλα) για να βράζουν καλλίτερα.
Ξιμιρδίζου = Χωρίζω σε κομμάτια (μερίδες).Λέγεται ως απειλή.Π.χ. Άμα σι πιάσου θα σι ξιμιρδίσου=άμα σε πιάσω θα σε κόψω σε κομμάτια.
Ξιμπούρδαρι = Πετάχτηκε απότομα .Λέγεται για τα υγρά που φρακάρουν και μετά από κάποια ενέργεια ή από φυσική πίεση βρίσκουν διέξοδο και βγαίνουν με πίεση..
Ξιμπουσ(j)κάρσι = Ξελάσκαρε. Έγινε μπόσικο και δεν είναι πια σφιχτό.
Ξινιπέτου=Ξαναπέστο και ξινιπέτ του=ξαναπέστου το.
Ξιπαρέλ(j)σι=Διαλύθηκε. Αυτό του καπίστρ ξιπαρέλ(j)σι.=Αυτό το καπίστρι σκόρπισε.
Ξιπαρταλώνου=Καταστρέφω κάτι τελείως,το διαλύω.
Ξιπρουβάζου= Ακολουθώ κάποιον που φεύγει μέχρι έξω από το χωριό. Λέμε π.χ.
Η Χριστουφίγια ξιπρόβαλι  του γιο τσ που έφηβγι για κ(j) Αθήνα ίσαμ έξου στου σκουλιό=Η Χριστοφία συνόδευσε το γιό της που έφευγε για την Αθήνα μέχρι το σχολείο 
Ξιραθμώ=Ευχαριστιέμε από το γεγονός ότι κάτι είχα στο μυαλό μου να πετύχω ,το πέτυχα και τότε ησύχασα.Kαι ξυραθμίζου=Ξεσπώ
Ξισάζου = Μάλλον κάνω αλλαγές αλλά και τακτοποιώ. Βολεύω  κάποιο χώρο.Αλλά μεταφορικά σημαίνει και απειλή .Θα σι ξισάσου άμα σι πιάσου. Θα σε δείρω δηλαδή αν σε πιάσω.
Ξισκαρτίζου =Ξεσκαρτάρω, απαλάσσομαι από τα άχρηστα.
Ξίσπασι=Από τό ξέσπασε. Λέγεται κυρίως για άλογα ή μουλάρια όταν αγριεύουν και γίνονται επικίνδυνα. Αφηνίασε. Λέμε π.χ. πρόσεξε μη ξ(j)πάσ(j) του μλάρ τσι σι ρίξ(j) κάτου=πρόσεξε μην αφηνιάσει το μουλάρι και σε ρίξει κάτω.
Ξίτσ(j)κου=Ξύκικο, λειψό Λέμε π.χ του τυρί δε του ζύγιασις καλά, ένι ξίτσ(j)κου=το τυρί δεν το ζύγισες καλά, είναι  λειψό.
Ξιταφιάζου =Ξεταφιάζω. Βγάζω κάποια βρώμα πολύ ενοχλητική στους άλλους. Π.χ.Πω, πω μας ξιτάφιασις.= πω πω μας γέμισες με άσχημη μυρωδιά.
Ξιτμπανιάζου =Διαλύω, καταστρέφω.Θα σι ξιτμπανιάσου=θα σε διαλύσω.
Ξιφσ(j)ίσαν(j)=Ξεφσίσανε. Η αναφορά είναι στα χείλια και σημαίνει έσκασαν.
Ξιφτέρια (τα)=Τα εξαπτέρυγα. Τα παιδάκια που ντύνονται στην εκκλησία με άσπρα ρούχα και κρατούν τα σύμβολα προηγούμενα του ιερέα.(ξεφτέρια)αλλά και τα έξυπνα .Λέμε αυτό του πιδί είνι ξιφτέρ=αυτό το παιδί είναι  πανέξυπνο.
Ξιφύτρουσι =Ξεφύτρωσε, αλλά σημαίνει φύτρωσε(ο σπόρος που φύτεψα).
Ξιχρόν(j)σις= Ξεχρόνισες. Άργησες πολύ
Ξ(j)λουγαϊδάδαρα(η),(γη) =Η ξυλογαϊδάρα. Η ξύλινη κατασκευή από δύο καδρόνια μήκους περίπου 1.50 μέτρου πάνω στο οποίο καρφώνονται σανίδες  πλάτους περίπου 70 εκατοστών. Οι άκρες των καδρονιών είναι λειασμένες για να μπορούν να πιαστούν εύκολα με τα χέρια δύο χρηστών, ενός μπροστά και άλλου πίσω. Η συσκευή χρησίμευε και χρησιμεύει για εύκολη μεταφορά αντικειμένων αλλά και μεθυσμένων.
Ξ(j)λουμένους (η),(γη),(ου) = Αυτός που το μυαλό του έχει ξηλωθεί ή έγινε ξύλο.Αυτός δηλαδή που έχασε τα λογικά του και κάνει και λέει τρελά πράγματα. Σπανίως η αναφορά γίνεται και για ιατρικά ψυχοπαθείς.
Ξ(j)λόχτινου=Το ξυλόχτενο.Το χτένι του αργαλειού.
Ξιραθμίζου=Εκτονώνομαι
Ξουδιάζου = Ξοδεύω
Ξουμιρίτς (η),(γη),(ου)=Ο ξωμερίτης.Ο προερχόμενος από άλλον τόπο(μέρος). Από το εξωμερίτης.
Ξουρλούδκου (του)=Το ξουρλούδικο.Το ελαττωματικό. Αυτό που έχει κουσούρι. Από την Τουρκική λέξη kusur=ελάττωμα.
Ξ(j)πάζουμι = Ξιπάζομαι, κομπορημονώ ,περιαυτολογώ.
Ξ(j)πάζ(j) ή Κσ(j)πάζ(j)  =Λέξη που αναφέρεται κυρίως σε νεαρό αλλά και μεγάλο άλογο που κάνει σούζες ,κλωτσά κ.λπ. Π.χ. Πρόσιχι μην πας κουντά στ'  άλουγου γιατί μπουρεί να ξ(j)πάσ(j) τσι να ση κλουτσήσ(j)= Πρόσεξε μην πα;ς κοντά στο άλογο γιατί μπορεί να αφηνιάσει και να σε κλωτσήσει.
Ξ(j)πώ=Τρομάζω και αφηνιάζω.Λέγεται κυρίως για τα ζώα
Ξ(j)πασμένους(η),(γη),(ου)=Ο ξιπασμένος ,αυτός που παριστάνει το μεγάλο. Δεν είναι ταπεινός.
Ξ(j)τρά=Ίσα-ίσα.Πέρασα και μόλις δεν ακούμπησα.Π.χ.Πέρασα ξτρά δίπλα στουν Παναγιώτ αλλά δε μι πήρι χαμπάρ=Πέρασα πολύ κοντα από τον Παναγιώτη αλλά δεν με είδε.
Θα σι ξύσου = Λέγεται για τα παιχνίδια της τράπουλας ή και του ταβλιού όπου ο ένας λέει στον άλλον ότι θα του τα πάρει όλα ενδεχομένως και το δέρμα του(ξύσιμο).
Ξυστρί (του)= Μικρό εργαλείο για το ξύσιμο του σώματος των αλόγων,μουλαριών,,γαϊδάρων.


                                                    ΟΜΙΚΡΟΝ(16)


Ουβριός (η),(γ(j) =Ο Εβραίος
Oβριγοί (οι),(γοι)=Οι Εβραίοι
Oργάδες (οι)(γοι)= Οι καβαλάρηδες των κεραμιδιών
Όρθα (η)(γ(j)) = Η όρνιθα, η κότα.
Όρτα (η)(γ(j))=Η καλή μεριά ενός αντικειμένου. Όπως π.χ. το εξωτερικό  μιας κάλτσας ,γαντιού κ.λπ. Πιστεύω ότι η λέξη προέρχεται απο το ορθό, το σωστό δηλαδή. Λέμε π.χ. Όχ(j) δεν είνι αυτήν(j) η όρτα(σωστή μεριά).
Ουγραντίζου=Ορμώ, επιτίθεμαι με θυμό, ξετρελαίνομαι, δε σταματώ να ενοχλώ κάποιον
Ουγραστίζου =Eνοχλώ κάποιον  με πολύ και συνεχή επιμονή ή και κόπο..Π.χ.Μη τουν(j) ουγραντίγ(j)ς  βρε πλιά= Μη τον πειράζεις άλλο πια.
Ουλούκ(j) (του)=Το λούκι ,η υδρορροή
Ουμός (η),(γ(j))(ου)=Ο ωμός
Ουμούτ (του)=Προσμονή, ελπίδα (τουρκική λέξη umut=ελπίδα.
Ουρθουγλάστρ (του)=Το σπασμένο σταμνί που το χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι για να πίνουν νερό οι κότες.
Ουρθουφλιά (η),(γ(j)=Η ημεραλωπία, Αρρώστια των ματιών των ανθρώπων. Ιδίως όταν κάποιος δεν βλέπει την ημέρα κάτω από το δυνατό φως. Βλέπει καλά τη νύχτα. Η ασθένεια πήρε το όνομα αυτό  γιατί μεταδίδεται από τις κότες στον άνθρωπο.
Ουρμάζου= Ωριμάζω και ουρμάσαν(j) πια τα σύκα=ωρίμασαν πια τα σύκα.
Ουρνός (η),(γ(j),(ου)=Ο ορνός.Το αρσενικό σύκο, το αγριόσυκο από το οποίο γίνεται το γλυκό  συκαλάκι.
Ουρτώνου=Βολεύομαι. Συνήθως το λέμε αρνητικά δηλαδή λέμε π.χ. ιδώ που κάθουμι  δεν ουρτώνου=Εδώ που κάθομαι δεν βολεύομαι(δεν αισθάνομαι καλά).Η πιθανή εξήγηση είναι ότι προέρχεται από τη λέξη ορθώνω, ορθό.
Oυσούλ(j)=Τάξη, σύστημα. Τουρκικής προέλευσης  λέξη  usul που σημαίνει μέθοδος, τρόπος.
Oύτς (η),(γ(j),(ου)=Ο Ούτις. Νυχτόβιο πουλί. Το όνομά του προέρχεται από τη φωνή που βγάζει ού..ου ου τ.
Όχα=Έκφραση που την χρησιμοποιούσανε  ως επίπληξη για κάποιον που δεν προσέχει και σκουντουφλά ή πέφτει πάνω σε άλλον.Έχει και την έννοια της  αντίστοιχης συμπεριφοράς των αγελάδων.Λέμε π.χ. Όχα  βρε βόδ δε βλέπς μπρουστάσ.

                                                          ΠΙ(135)

Πα =Πηγαίνει.Π.χ..Η Παναγιώτς θα πα σκ'Μυτιλήν(j)=Ο Παναγιώτης θα πάει στη Μυτιλήνη.
Παγαίνου =Σκέτη η λέξη ή με χρονικό προσδιορισμό μετά τη λέξη σημαίνει φεύγω.Π.χ.παγαίνου πλιά ή τώρα Αλλά και παγαίνω π.χ στου μπακάλ(j)=Πηγαίνω στο μπακάλη.Ο μέλλοντας θα πάγου =Θα πάω μόνο και όχι θα φύγω.Στον πληθυντικό παγαίνουμι ή πιό λαϊκά πααίνουμι=πηγαίνουμε. Χαρακτηριστική είναι η παλιά τοπική έκφραση <<καρσί στη Λέσβο είν η Μπαμπάς παγαίνου σα δε μ'αγαπάς>> που λεγόταν για τους ερωτευμένους Λέσβιους που δεν έβρισκαν ανταπόκριση στον έρωτά τους και απειλούσαν πως θα ξενιτευτούν απέναντι στο Ακρωτήρι Μπαμπάς όπου η αρχαία Ελληνική  Άσσος η σημερινή Behramkale.Λέμε και παένουμι=Φεύγουμε ή to ερωτηματικό Παένουμι;=πάμε:, πηγαίνουμε:
Παγανάς (η),(γη),(ου)=O έφηβος.
Παγιάβλα=Μεταφορικά το πόδι(κυρίως ανδρικό) που δημιουργεί πρόβλημα σε κάποιον άλλο. Λέμε π.χ. Πάρι βρε κ(j) παγιάβλα σ δε μπουρώ να στρίψου-Πάρε βρε συ το πόδι σου δεν μπορώ να στρίψω
Παγιαβλέλ(j) (του)=Ένα μικρό πήλινο αντικείμενο που το βάζουμε στα χείλη μας φυσάμε και μέσα του στριφογυρίζει μια μπαλίτσα σαν στραγάλι  και έτσι ακούγεται ένας ήχος σαν πουλιού.Αυτό το πουλούσαν στο πανηγύρι οι Αγιασώτες και ήταν το πιό συνηθισμένο δώρο στα παιδάκια του χωριού που το περίμεναν όλο το χρόνο.
Πάητσι = Έφυγε
Παίζιν(j) = Παίζουν
Παλαβουκάματους (η)(γη)(oυ)= Αυτός που κάνει παλαβά καμώματα
Παλαμάντις (οι)(γοι)=Έτσι λέγεται η μακριά γαϊδούρα
Παλιούδα (η),(γη)=Η ηλικιωμένη, η γριά
Παλλ(j)καριά (η),(γη)= Η γρήγορη προσπάθεια και εξυπηρέτηση.Λέμε π.χ.βρε συ Αντών(j) μπορείς να κάν(j)ς μια παλλ(j)καριά να πας μέχρι του εργουστάσιου να μ'φέρς ένα ντινικέ λάδ που έχου έφτου πέρα. Δηλαδή βρε συ Αντώνη μπορείς να κάνεις μια εξυπηρέτηση να πας μέχρι το ελαιουργείο να μου φέρεις ένα δοχείο λάδι που έχω εκεί πέρα.
Παλούτσ(j)(του) =Το παλούκι 
Παναγιώκ(j)s (η),(γη,(ου)=O Παναγιώτης 
Παναθύρ (του)  =Το παράθυρο
Πανοβότυρους (η)(γι)(ου)ή απανουβότυρους= Λέξη που αναφέρεται σε κάποιον που είναι ακόμα και πιό πάνω απο το βούτυρο που επιπλέει πάντα. Στην περίπτωσή μας λέγεται για κάποιον που ενώ έκανε κάτι ενοχλητικό, κακό κ.λπ. ή είπε και κακές κουβέντες βγαίνει στην επίθεση. Λέμε συνήθως γιαυτόν ότι βγαίνει και από πάνω. Υπάρχει και η ρήση στο χωριό <<έμ ψεύτς έμ επανουβότυρους>> Αν και ψεύτης μας βγαίνει και από  πάνω.
Παντιλόν(j) (του) =Το παντελόνι
Παραμανάκ(j) (του)=Το τσιμπιδάκι των μαλλιών
Πάπαρου(του) = Η πρασινάδα που φυτρώνει πάνω στις πέτρες και στο χώμα με πολύ υγρασία.
Παπούδα(η),(γη) =Το περιεχόμενο των χλωρών(πράσινων) κουκιών, φασολιών κ.λπ.
Η πάπς ή πάππους (η),(γη),(ου) =Ο παππούς
Παραβαρώ =Επιβαρύνω, ενοχλώ με την παρουσία μου.
Παραβγάζου=Αποχαιρετώ κάποιον πιο πέρα από το σπίτι. Τον ακολουθώ στην αναχώρησή του μην αντέχοντας τον απότομο χωρισμό.
Παραντώ  =Βρίσκω κάπου να απλώσω το κορμί μου. Π.χ. θέλου να εύρου ένα μέρους να παραντήσου(να ησυχάσω).
Παράντ ή παράγκ (του) =Σύστημα ασφάλισης της εξωτερικής πόρτας  ή του παραθύρου του σπιτιού. Παλιά ήταν μεταλλική  ;βέργα  κρεμασμένη στους λαμπάδες του ανοίγματος με χαλκά  που η μυτερή της απόληξη έμπαινε σε ισχυρό κρίκο.
Παραντώνου=Ασφαλίζω τις πόρτες με παράντι. Σιδηροκατασκευή  για ασφάλιση πόρτας ώστε  σπρώχνοντας  να μην ανοίγει.
Παρασί =Το θέμα. Π.χ. Γιατί μαλλώσαν(j) τούκ(j) οι δυο;= Γιατί μάλωσαν τούτοι οι δύο? Και η απάντηση Παρά παρασί.  Ελληνοποιημένη έκφραση  αφού para=τα λεφτά και parasi=τα λεφτά του
Παρατζέλνου=Παραγγέλλω
Παρατζιλιά=Παραγγελιά
Παράσκους(η)(γη)(ου)=Ο Παράσχος υποκοριστικό του Παρασκευά.
Παραχούτ(η),(γη) ή και Παραχούκ(j) =Το Τζάκι. Η λέξη βγαίνει  μάλλον  από το παραχώνω.
Παρλώ = Μάλλον από το παρελαύνω .Κυκλοφορώ με κάποιον για να τον δείχνω ,να δείχνω το έπαθλο των προσόντων μου και της ικανότητας να καταφέρνω .Π.χ.τουν έχ(j), τουν βγάζ τσι τουν(j)παρλά για να μας σκάσ(j)=Τον έχει τον βγάζει έξω και τον περπατά στους δρόμους για να σκάζουμε βλέποντάς τον δείχνοντας τα προσόντα του. Αλλά πολλές φορές και δυσανεξία π.χ.σε περίπτωση όμορφου αλλά ανίκανου και άφραγκου άντρα λέγεται . Τί να τουν(j) κάνου να τουν(j) παντριφτώ να τουν(j) έχου μουνάχα να τουν(j) παρλώ. Να τον έχω μονάχα να τον βγάζω βόλτα να δείχνω την ομορφιά του?
Παρμένους (η)(γη)φευγάτος. ο μισότρελος.
Παρουγδίζου, παρουγδώ =Μεταφέρω  κουβέντες , συνήθως αρνητικές, για κάποιον τις οποίες  μου τις έχουν εμπιστευθεί ή τις άκουσα.
Παρσεύομαι= Κοκορεύομαι, παριστάνω
Παρτσαφλάδα (η),(γη)=Κομμάτι φλούδας από δένδρο ή δέρμα.Παρτσιάδ (του) =Το κομμάτι, από την Τουρκική λέξη parca που σημαίνει  κομμάτι.
Παρτσιαδιάζου=Κομματιάζω 
Παρτσιαδέλ(j) (του)=Το μικρό κομμάτι
Παρτσιαλαντίζου=Κατακομματιάζω, κόβω σε πολύ μικρά κομμάτια. Λέμε π.χ. Ανιβαίνου πασ' τσ αχλάδις πέφτου παρτσιαλαντίζουμι.=Ανεβαίνω πάνω στις αγριαχλαδιές ,πέφτω και γίνομαι κομμάτια.
Πασβέντ (του)= Κάποια ενοχλητική ενέργεια ατόμου που με θίγει.Λέμε <<αυτός μου έκανε πολλά πασβέντια>>.Τις περισσότερες φορές αφορά το γιο ή την κόρη που είναι ατίθασα παιδιά.΄Από την Τουρκική λέξη pasfent ή και pasvent=έφοδος, απότομο ξέσπασμα, κάτι ενοχλητικό.
Πατένταλης (η),(γη),(ου) = Ο άφραγκος
Πατλάτς (του) =Αυτοσχέδιο παιχνίδι που περιγράφηκε στη λέξη νταβλαγκού. Από την την Τούρκικη λέξη patlamak=έκρηξη
Πατούνα ή πατσούνα ή πατσούχα (η),(γη)=Το πέλμα, η πατούσα
Πατσώνια (τα)  =  Από το ρήμα πατώ .Πλεχτές  πρόχειρες παντώφλες από χοντρό μαλλί που φοριούνται ως παντόφλες. Λέγονται και τερλίκια αλλού.
Θα το πει=Τοπική έκφραση που συνήθως λέγεται για πρόβλεψη μεγάλης ανόδου της θερμοκρασίας
Πειτνός παλιότερα πεικ(j)νός (η),(γη),(oυ)=Ο Πετεινός .Ο νεαρός πετεινός λέγεται πειτναρέλ(j) ή πειτνάρ.
Πενταγιόν (του) = Το μενταγιόν.
Πέρκα (η),(γη)=Πέρδικα και στον πληθυντικό οι Πέρτσις=οι Πέρδικες
Πετα =Αλλά Π.χ.ήθιλι να παγαίν(j) στν Αθήνα πετα τσιν(j) του (πισ(j)μάνιψι=ήθελε να πάει στην Αθήνα αλλά εκείνη το μετάνοιωσε.
Πέτ=Πέσ'του .Αλλά και πέ στου Γιώργου)=πές στο Γιώργο. Και ξινιπέτ=ξαναπέστου ή και πέτα τ=πέστα του τα  δηλ.πες του τα; πραγματικά γεγονότα,εξήγησέ του.Το πέτα τ λέγεται και για ξεμπρόστιασμα=να του τα ψάλλεις.

Θα σ'πιράσ(j) = Θα γίνεις καλά, αλλά και θα ξεθυμώσεις.
Πέταυρου (του) = Τα εσωτερικά κομμάτια του δένδρου που αφαιρούνται για να μείνει το καθαρό ορθογωνισμένο ξύλο. Χρησιμοποιούνται για πολύ πρόχειρες κατασκευές ή άλλες χρήσεις ,χαρτί, μοριοσανίδες κ.λπ.

Πηρόν(j) (τoυ) =Το πιρούνι
Πθεύουμι =Στενοχωριέμαι, εκνευρίζομαι, νευριάζω. Π.χ. Μη μι πθεύς =Μη με στενοχωρείς.

Πθήτου(του)=Η στενοχώρια.
Πιγκί (του) =Γενικά το κοντό άτομο, κυρίως ζώο. 
Πιζιβέγκς (η),(γη),(ου)=Ο πονηρός, ο ρουφιάνος. Από την Τουρκική λέξη pezevenk=νταβατζής προαγωγός και μεταφορικά στην Ελλάδα  κατεργάρης ,αδιάντροπος
Πίζιρβα =Πίσω και αριστερά, παράμερα. Σε μέρος που να μη σε βλέπουν.Π.Χ. πάγινι να κατουρήγ(j)ς ικί πίζιρβα.Λέμε π.χ. Κάτσα πίζιρβα μπα τσι μι δουν(j)=Kάθησα σε μέρος που να μη με δουν.

Πινιουάρ (του)=Ρόμπα για το εσωτερικό του σπιτιού.Από τη Γαλλική λέξη peignoir
Πλιά = Πια  Π.χ. Άντι πλιά =Άϊντε πια.
Πιάσει= Έπιασε.π.χ Τσείνους πιάσει ένα ραβδί τσ' άρχισι να τουν δέρν(j)=Eκείνος πήρε ένα ραβδί κι άρχισε να τον δέρνει. Και πιάσα=έπιασα. Ή και πιάσι τσείνουνα του κτί. Πάσε εκείνο το κουτί.
Να πιάγ(j)ς=Να πιάσεις
Πιπίνα (η),(γη) =Το μόριο μικρού αγοριού.
Πιραστό (του)=Στέκα μαλλιών
Πισέτα (η),(γη)=Η πετσέτα 
Πισκίρ (του)=Η πετσέτα της τουαλέτας. Από την Τουρκική λέξη peskir=πετσέτα πλυσίματος χεριών μετά το πλύσιμο στη λεκάνη. κυρίως.
Πισίν(j) = Μπροστά. Αναφέρεται στην άμεση πληρωμή χωρίς χρέος.cash.Π.χ.Θα πάρου ένα κασμά τσι θα τουν(j) πληρώσου πισίν(j).Θα πάρω έναν κασμά  και θα στον πληρώσω τώρα μπροστά .Πόσα θα μ' κατιβάγ(j)ς. Πόση έκπτωση θα μου κάνεις?
Πισ(j)μανεύω =Μετανιώνω, αλλάζω γνώμη. Λέμε π.χ. πισ(j)μάνιψα τσι γύρσα πίσου= Μετάνιωσα και γύρισα πίσω.
Πιτσάφλα (η),(γη)=Από τη σύνθετη λέξη πέτσα(περίβλημα) και φλούδα προέρχεται η πετσόφλουδα. Φλούδα δένδρου αλλά και μεταφορικά για το γδάρσιμο. Λέμε π.χ. γδάρθκα τσ έβγαλα ολόκληρ πιτσάφλα=Γδάρθηκα και έβγαλα ολόκληρη φλούδα από το σώμα μου.

Πιτμέζ (του) =Το πετιμέζι. Από την Τούρκική λέξη  pekmez=μελάσσα.
Πιτραμήθρα (η),(γη) =Η πετραμήθρα=Φυτό που φυτρώνει στις πέτρες. Θάμνος αγριοφυστικιάς με επιστημονική ονομασία pistacia.
Πίτσια (τα)=Αυτά τα φυτά που βγαίνουν κάτω από τα δένδρα (οι παραφυάδες)και πρέπει να αφαιρεθούν για να του δώσουμε τη δυνατότητα να δυναμώσει.

Πιτσούλα (η),(γη)=Λέγεται για τους άντρες κυρίως που δεν φοβούνται τίποτα, που μπορείς να στηριχτείς επάνω τους.π.χ.  Είναι πιτσούλα άντρας ο Αντώνης.
Πιτσούρ (του) =Η κόρα του ψωμιού που είναι κυρίως πίτουρο από όπου προήλθε η λέξη πιτούρ
Πιχνίδια(τα) =Εκτός από τη συνήθη λέξη των παιχνιδιών λέγεται και για το μουσικό συγκρότημα Π.χ.στου πανηγύρ θα έρτιν(j) πουλλά πιχνίδια(συγκροτήματα).Στο πανηγύρι θα έρθουν πολλά μουσικά συγκροτήματα.
Πιφκατζίγκανα (τα) =Οι πευκοβελόνες
Πιφτσιανή (η),(γη)=Το πευκοδάσος
Πκάμσου(του) = Το πουκάμισο  
Πλακιρό (του)=Είδος κατσαρόλας ρηχής και πλατιάς.

Πλαλιά (η),(γη)=Γρήγορο τρέξιμο
Πλαλ(j)τό (του)=Γρήγορο τρέξιμο
Πλαλώ=Τρέχω με φούρια Από τη λέξη πιλαλώ =τρέχω με ορμή, με βία. Και πλάλα=τρεχάλα
Πλαν(j)κέτου (του)=Είδος κουβέρτας
Πλάρ (του) = Το πουλάρι. Λέμε<< μικρό γαϊδουράκ(j) πάντα πλάρ.
Πλαράς (η),(γη),ου = Το έφηβο πουλάρι. Περίπου ενός χρόνου αλλά και μεγαλύτερο.
Πλατσέντα (η),(γη) =Απο τη λέξη πλακούντας. Το γλύκισμα των Χριστουγέννων και της π
ρωτοχρονιάς. Παραλλαγή του μπακλαβά με πιο χοντροκομμένο φύλλο κ.λπ. 
Πλατσιντέλια (τα)=Οι δίπλες
Πλέλ(j) (του)= To μικρό πουλί. Λέμε π.χ.Αυτός τρώ τσ(j)ι  τσ(j)μάτι σα του πλέλ(j)=Aυτός τρώει και κοιμάται σαν το πουλάκι.
Πλεμόνια (τα)= Τα πνευμόνια των σφαχτών κύρια
Πλερώνω=Πληρώνω
Πλέσσα (η),(γη) =Βρωμιάρα γυναίκα  ανοικοκύρευτη.
Πλιά  =Πιά Π.χ. λέμε <<'Αντι πλιά>>='Αντε πια δηλαδή αρκετά φτάνει.
Πλίθους (η),(γη),(ου)=Ο πλίνθος. Τα πλιθιά. Τα ορθογώνια κομμάτια από άργιλο και άχυρα που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή κτισμάτων αντί των σημερινών οπτόπλινθων(τούβλα) 

 ή τσιμεντόπλινθων
Πλύστρα (η),(γη)=Η γυναίκα που ξενοδουλεύει αλλά και ο νεροχύτης.
Πλώ = Πουλώ
Πνάτς(j) (του) = Από τη λέξη πινάκιο(πιάτο).Κάθε θέση ψωμιού στην πινακωτή.
Πνιγούρ (του) =Το μπλιγούρι
Πνουφάς (η),(γη),(ου)= Ο υπναράς
Πνω =Πεινώ
Πξίδις (οι),(γοι) =Από το πυξίδες τα γνωστά ραδίκια.
Ποδόμες (οι),(γοι)=Αλλιώς σέτια. Οι ξερολιθιές συγκράτησης του χώματος των δένδρων στα κεκλιμένα εδάφη ή δημιουργίας  επίπεδου γενικά εδάφους .

Πόμνι=Απέμεινε
Πόστα (η),(γη)=Ο σάκκος του ταχ;υδρομείου με τα γράμματα.
Πουσάς (η),(γη),(ου)= Το κατακάθι στο λάδι ίσως και στο κρασί

Πούβητα = Πουθενά
Πούζ(του)=Πυκνή ομίχλη
Πουικουνύφ (η),(γη)=Ποντικονύφη.Η νυφίτσα
Πουλουγύρα (η),(γη)=Η πολύ μεγάλη κυκλική πορεία που μπορεί να συντομευθεί με άλλη επιλογή,π.χ. κάποιου μονοπατιού. Λέμε π.χ. Για να πας στου χουράφ απ' τουν αμαξουτό δρόμου με τα πουδάρια θα ξιπατουθείς, είνι μιγάλ(l) πουλουγύρα=για να πας στο κτήμα από τον αμαξωτό δρόμο με τα πόδια θα ξεπατωθείς ,είναι μεγάλη η απόσταση(κυκλική κίνηση).
Πουλουγυρίζου=Γυρίζω από εδώ και από εκεί  συνεχώς και συνήθως άσκοπα. Και πουλουγυρίγ(j)ς,πουλουγυρίγ(j),πουλουγυρίζουμι  πουλουγυρίζιτι,  πουλουγυρίζιν(j)

Πούντρα(η),(γη) = Πούδρα
Πουρδουπλάδα (η),(γη)=Έχει την έννοια του τίποτα ,όπως η πορδή που χάνεται είναι άπιαστη,άυλη.Λένε π.χ πουρδουπλάδις μι τσ' κότσνις τσ' πουδάρις =τιποτένια με κόκκινες ποδάρες
Πουρδουπτά=Πορδοπετά. Αναφέρεται σε πουλί ,κοτόπουλάκι κ.λπ.που μόλις άρχισε να δοκιμάζει τα φτερά του είτε ως νεογέννητο ή τραυματισμένο.
Πουρδουπτιέμι=Πορδοπετιέμαι. Παίρνω το λόγο σε συζήτηση, πετιέμαι ξαφνικά, αυθαίρετα και χωρίς τάξη.
Πουρνό (του) =Πρωϊ.Και πουρνό ,πουρνό =πολύ πρωϊ
Πουρπατώ= Περπατώ. Και σήμερα πουρπάτξα πουλύ=Σήμερα περπάτησα πολύ

Πους=Πως π.χ.Είπαν(j) πους πήγις στου Σκαλουχώρ=Είπαν πως πήγες στο Σκαλοχώρι.
Πουτκός (η),(γη),(ου) =Ο ποντικός
Πρασσιά (η),(γη),(ου)=Το σπορείο για την  ανάπτυξη φυντανιών μεταφύτευσης
Προυξεινιό (του) =Το προξενιό και ο προξενητής =προυξιν(j)τής.
Προυχού ή Πριχού =Πριν.Πιθανά από τη Λατινική λέξη prius=πριν(Σύμφωνα με τα  στοιχεία της Academic Dictionaries  and Encyclopediaqs)
Προυσ(j)νώ = Προσκυνώ και στον αόριστο προυστσ(j)ίν(j)σα
Προυσπεύτου =Προσπέφτω. Σκύβω και ζητώ συγχώρεση, παραδέχομαι το σφάλμα μου, Φιλώ το χέρι κάποιου από σεβασμό.
Πρόσφουλου (του)=Το αυγό που αφήνεται στη φωλιά της κότας για να το κλωσήσει
Προυσφουλώ=Βάζω δάχτυλο πίσω στην κότα για να δω αν έχει αυγό και πρόκειται να το γεννήσει. Μεταφορικά τη λέξη τη χρησιμοποιούσαν τα αγόρια για την περίπτωση του αγγίσματος κοριτσιού στην περιοχή του αιδοίου. Τις περισσότερες φορές αυτό ήταν στην φαντασία τους(φαντασίωση) για να παραστήσουν τον ξύπνιο) .Π.χ. έλεγαν την προυσφόλ(j)ξις ρε=της έβαλες χέρι ρε.
Πρώμο (του)= Το πρώιμο
Πστάδ (του) = Το σύκο που ωρίμασε. Η λέξη προέρχεται μάλλον από τη λέξη ψητό και απο κεί το ψητάδι=ψημένο από τον ήλιο.
Πτάρ (του) = Από τη λέξη πιττάριο. Είναι χαλβάς  σε μικρά στρογγυλά κομματάκια διαμέτρου 2 περίπου εκατοστών αλλά και μεγαλύτερα που πασπαλίζονται με σουσάμι. Τα πουλούσε στην Ανεμώτια ο Παϊτής και η οικογένειά του τις Κυριακές και τις γιορτές έξω από την εκκλησία αλλά και στο δρόμο προς τον Χάρακα όπου γινόταν η βόλτα.
Πτιά (η),(γη) =Η πυτιά ,η μαγιά που απαιτείται για παρασκευή ψωμιού και γιαουρτιού.

Πυρουμάχ(j) (του)=Χώρος χτισμένος στην αυλή  με πέτρα ή τούβλα για μαγείρεμα και με καύσιμη ύλη τα ξύλα. 
Πυρουλάντσα= Ζεστάθηκα πάρα πολύ.

Πυρουστιά (η),(γη)=Σιδερένιο τρίποδο που μπαίνει πάνω από τη φωτιά για να τοποθετηθούν οι κατσαρόλες, τα τηγάνια κ.λπ.
Πυρώνουμι=Πυρώνομαι=Προσπαθώ να ζεσταθώ κοντά στη φωτιά, μαγκάλι, τζάκι, θερμάστρα, μασίνα κ.λπ.Π.χ.πύρουσι του τσιφάλιμ=Ζεστάθηκε το κεφάλι μου. Άλλο παράδειγμα ,αμα πάρου κι' σύνταξ(j) θα κάθουμι τσι θα πυρώνουμι. Άμα πάρω τη σύνταξη θα κάθομαι και  θα; ζεσταίνομαι. Δεν θα έχω αγωνία που να βρω δουλειά να ζήσω. Μεταφορικά <<αυτός είνι πυρουμένους>>=είναι θυμωμένος έτοιμος να εκραγεί.
Πχαρί (του) =Η προεξοχή συνήθως πάνω απο την εστία του τζακιού ή και αλλού κατάλληλη για την τοποθέτηση διάφορων αντικειμένων όπως ραδιόφωνο, μπιμπελό κ.λπ.
Πχαρουπάν(j) (του) =Υφασμάτινο διακοσμητικό ,συνήθως κεντημένο, που τοποθετείται πάνω στο πχαρί.
 


                                                           ΡΟ(16)

Ράβδισμα (του)=Η προσπάθεια γκρεμίσματος των ελιών από το δένδρο με τη χρήση παλιότερα της τέμπλας,δηλαδή ενός ξύλινου κονταριού 3,4 ή και 5 μέτρα.
Ράβδος (η)(ου)=Το ξύλο ,το ραβδί. Λέμε π.χ.πρόσεξε θα πέσει ράβδος=Πρόσεξε θα σε δείρω
Ραβδίζω= Το χτύπημα των ελιών για να πέσουν κάτω αλλά και η έκφραση της τιμωρίας με ξύλινο μέσο.Έλεγαν π.χ. Πρόσιξι καλά μην κάν(j)ς σκανταλιές γιατί θα σι ραβδίσου.Πρόσεξε καλά μην αταχτείς γιατί θα σε δείρω όπως χτυπώ τις ελιές δηλαδή.
Ρατήρ (του)= Ραντιστήρι .Ένα καλαίσθητο πήλινο δοχείο με την μορφή μικρού μπουκαλιού στο οποίο τοποθετείται  κάποιο άρωμα, συνήθως ανθόνερο .Με αυτό ραίνουν τους εκκλησιαζόμενους την ώρα των μυστηρίων και τους καλούν να ρίξουν σε δίσκο τον οβολό τους.=p
Ρατσ(j)ί (του) = Το ούζο ή η Ρακή.
Ρίζ(j)τα(τα)=Τα ρίζια
Ριμνώ= Από το ερευνώ =ψάχνω γύρω γύρω να βρω κάτι.
Ριπιτίν(j) (του) =Είναι πολύ πιθανό να προέρχεται από το αγγλικό repeat ή το γαλλικό repete= επαναλαμβάνω. Αφορά τη συνεχόμενη και επαναλαμβανόμενη ευκοιλιότητα.Λέμε π.χ .Αυτός έχ(j) ευκοιλιότητα τουν πάει ριπιτίν(j)=αφοδεύει συνεχώς.
Ριτσέλ(j) (του)=Το γλύκισμα φτιαγμένο από κομμάτια κολοκυθιού βουτηγμένα στο πετιμέζι
Ριφυλλιώ (η),(γη)=Η Εριφύλλη
Ρουγίδ (του) =Η μεγάλη αράχνη
Ρουμάν(j) (του)= Ο βάτος
Ρουπάδα (η),(γη) =Είδος βρώσιμης ελιάς.
Ρουπάτσ(j) (του)=Ο θάμνος της άγριας βελανιδιάς μικρού σχετικά μεγέθους.
Ρουπατσιά (η),(γη)=Το δάσος από ρουπάστσια


                                                         ΣΙΓΜΑ(106)

Σα =Όταν και όπως. Πχ.Σα σι πιάσου θα σι σπάσου σαν καρπούζ=Άμα σε πιάσω θα σε σπάσω όπως σπάζουμε στο χωράφι το καρπούζι πολλές φορές. Σα που πήγαν(j) γυρίσαν(j) Πήγαν δεν έκαναν τίποτα και γύρισαν άπρακτοι..
Σαβουρντώ =Από τη λέξη σαβούρα.Πετώ κάποιο πράγμα η και κακό λόγο χωρίς περίσκεψη ή και άσχετο.Από την Τουρκική λέξη savurmak που στον αόριστο είναι savurdu που σημαίνει πετάω ,σκορπίζω.
Σάγια(η)(γη) =Ο στεγασμένος αλλά ανοιχτός χώρος(ημιυπαίθριος) για προφύλαξη από τη ζέστη ή τη βροχή. Κατάλληλος για αγροτικές εργασίες, προσωρινή αποθήκευση  αλλά και για παραμονή ζώων. 
Σά'δνα=Εδώ πέρα 
Σ(j)ακάτου=Στις κάτω γειτονιές
Σακιντίζου=Κάνω πιο πέρα, στην άκρη, π.χ. για να περάσει κάποιος με φορτίο αλλά και δεν τολμώ,έχω ενδοιασμό.Από την Τουρκική λέξη sakinmak=αποφεύγω.
Σαλαηδός (η),(γη),(ου) =Ο λίγο σαλεμένος.Αυτός που λέει χαζομάρες
Σαλαμέτ=Σώος Λέτμε π.χ.Πρόσιξι να πας στου σπίκ(j)ς σαλαμέτ=Πρόσεξε να πας στο σπίτι σου και να είσαι καλά.Από την Τουρκική  λέξη selamet=σωτηρία.
Σαλαμούρα (η),(γη)= Η λάσπη ανακατεμένη με βρώμα.Γενικά εκεί που θα χρειαστεί να τσαλαβουτήσεις.Από την Ενετική λέξη salamora=αλμυρό νερό(πηγή: Βικιλεξικό)
Σαλεύγου=Κινούμαι νωχελικά, με αργό ρυθμό.
Σάλια μπάλια (τα) =Τίποτε αξιόλογο, μηδαμινά.
Σάλιακας (η),(γη) = Το σαλιγκάρι. Μεταφορικά ο ύπουλος ,ο γλύφτης.
Σαλίδσα (η),(γη)=Η ψηλή και λεπτή γυναίκα.
Σαλκίμ (του)=Το αναρριχώμενο  φυτό γλυτσίνιαΑπό την Τουρκική λέξη mor salkim=μώβ τσαμπί,από
τα λουλούδια της που είναι σαν τσαμπί σταφυλιού.
Σαλμά =Μπόλικα,απεριόριστα.Αναφερόμαστε κυρίως στην απότομη  και χωρίς φειδώ  παροχή νερού. Αλλά και γενικά σε άλλες κινήσεις μας όπως το ρίξιμο αλατιού ή πιπεριού στο φαγητό.Από την Τουρκική λέξη salma που σημαίνει αφήνω αμολητό ένα ζώο να βοσκήσει χωρίς σίγουρα νομιμοποιημένης χρήσης  εξ ολοκλήρου τουλάχιστον.
Σαλντίζου =Σαλτάρω .Κινούμαι με δύναμη και ταχύτητα.
Σάλπα (η),(γη) =Η εσάρπα
Σαματάς (η),(γη),(ου) =Οι χρυσές  κορδέλλες  που τις έριχνε πάνω στα προικιά η πεθερά. Λέγονται έτσι γιατί άμα τα βάλεις στο αυτί σου ακούς όμορφους θορύβους.
Σαμουλαδίζου=Αλητεύω,τριγυρνώ από δω κι από κεί .
Σαντράκ(j) (του)=Εργαλείο για το κόψιμο νυχιών ζώων
Σαπ (του) =Το ξύλινο μέρος των γεωργικών και οικοδομικών εργαλείων.(Τσάπας,κασμά,φτιαριού κ.λ.π.),το στυλιάρι.Προέρχεται από την Τούρκικη λέξη sap=στυλιάρι
Σ(j)απάνου= Στις ψηλές γειτονιές, στις επάνω περιοχές.Λέμε π.χ. Θα πάγου σ(j)απάνου.
Σ(j)απέρα = Μακριά ως πολύ μακριά.
Σαπλίκ(j)(του) =Το ξύλινο μέρος εργαλείου όπως το σάπ
Σαράγκ(j)ς(η),(γη),(ου)=Ο Σαράντης(μικρό όνομα).
Σαριλίκ(j)(του)=Aρρώστια, η χρυσή ο ίκτερος.
Τα σάσαν(j) = Tα έφτιαξαναυτοί που ήτα;ν παρεξηγημένοι.Συμφιλιώθηκαν.
Σασ(j)ιρντώ=Τα χάνω,χάνω τον ειρμό μου.Και στον αόριστο σασ(j)ίρτσα.
Σα 'φνα=Προς τα εκεί.Από το έφνα=εκεί.
Σαχίν(j) (του) = Aπο τη λέξη σαϊνι .Αρπακτικό πουλί  γερακοειδές που πετά  ψηλά και όταν δεί την τροφή του εφορμά.Από την Τουρκική λέξη sahin=γεράκι που έγινε αλλού σαΐνι.Επιστημονική ονομα;σί;α Αccipter brevipes
Σβιντόνα (η),(γη)=Η σφεντόνα.Αρχαίο όπλο, η σφενδόνη.Εδώ πρόκειται για πρόχειρη κατασκευή εκτόξευσης μικρής πέτρας με ξύλινο μικρό ύψιλον μπροστά ,πέτσινη μικρή επίσης θήκη πέτρας πίσω. Τα δυο αυτά τμήματα ενώνονταν με δυο λάστιχα μήκους 35-40 εκατοστών που ελκόμενα έδιναν ώθηση στην πέτρα.
Σβιρνιές (οι)(γοι) = Είδος άγριου χορταρικού σε μορφή περικοκλάδας.Λέγονται αλλού Οβριές,Οβρές,Βρές,Αβουρνιές κ.λ.π.Κόβουμε τα βλαστάρια της σβερνιάς απο το τρυφερό της σημείο περί τον Μάρτιο και Απρίλιο.Είναι νοστιμότατο έδεσμα που τρώγεται βραστό ,τσιγαριστό με αυγά κ.α.
Σβιντιρίκους (η),(γη),(ου) = Ο μικρός που είναι αεικίνητος και ζωηρός.
Σβω =Σβήνω
Σγάρα (η),(γη) =Το μέρος του λαιμού της κότας όπου μαζεύονται οι μικροί κόκκοι πέτρας που βοηθούν την πέψη της.Λέγεται και για όσους κάτω από το λαιμό έχουν κρεμασμένο το δέρμα τους.
Σετ (του) =Η πεζούλα για τη στήριξη των χωμάτων και κυρίως  των δένδρων  επικλινούς χωραφιού.
Σικί (του) = Το ζόρι ή και η καταβολή  έντονης προσπάθειας. Αλλά και το ψυχικό άγος. Π.χ.λέμε αυτός τραβά μιγάλο σικί απ' κ(j) αρρώστια τσ' γναίκας=Αυτός περνά μεγάλο ζόρι από την αρρώστια της γυναίκας του.;Από την Τουρκική λέξη siki=σφιχτός, μαγκωμένος
Σιλέμς (η),(γη),(ου) = Ο κλέφτης, ο σελέμης, ο πονηρός,βάρος της κοινωνίας.
Σινσιλέσ(j) (του)=Το σόι
Σιντιρέλ(j) παπέλ(j) (του) =Έκφραση του χωριού που χρησιμοποιείται από τους Ανεμωτίσιους όταν θέλουν να δηλώσουν ότι δεν είναι πιόνια κανενός..
Σιργιανίζου= Πηγαίνω στο σεργιάνι.Τουν σιριανίζου = Τον βγάζω έξω και τον δείχνω στον κόσμο.Π.χ. Μάνα σκ(j) κόρ Πάρτουν(j)  μουρή είνι τσ'όμουρφους πουλύ.Απάντηση:'Oχ(j) δε τουν(j) θέλου.Τί να τουν(j) κάνου, να τουν(j) βγάζου όξου να τουν συργιανζου.Η απάντηση έχει να κάνει με το γεγονός ότι η κόρη τον έχει για τεμπέλη.
Σιρμαγιά (η),(γη)=Το απόθεμα κυρίως σε χρήμα.
Σ(j)ιρμπέτ(του)=Το σερμπέτι.Το πολύ γλυκό.Λέμε π.χ η καφές δε πίνιτι τουν έκανις σ(j)ιρμπέτ.=Ο καφές δεν πίνεται είναι πολύ γλυκός.Από την Τουρκική λέξη serbet=πολύ γλυκό
Σιτζίμ (του) =Ο σπάγγος.Από την Τουρκική λέξη sicim=σπάγκος
Σκ(j) =Στην  Π.χ. ψες πάηκαν( j) σκ(j) Aθήνα τα πιδιά=Xθές έφυγαν στην Αθήνα τα παιδιά..
Σκαφουξύστς (η),(γη),(ου)=Ο ξύστης της σκάφης ..Λέγεται για; κάποιον που ο ομιλών θεωρεί ότι έχει ταπεινό επάγγελμα
Σκλιντίσ(j)κα=Σεκλεντίστηκα που σημαίνει φούντωσα από επιθυμία
Σκλίτζ(j) (oι),(γοι)=Τα σκουλήκια
Σκάρπου (του)= Λίγο παρμένο στη γωνία.Στρογγυλεμένο,Κυρίως για ξύλο.
Σκλαρίτσ(j)α (τα) = Τα σκουλαρίκια
Σκληκάτουρας ή σκληκατουρίτς(η),(γη),(ου) =Ασθένεια που εμφανίζεται στο πέλμα του ποδιού μάλλον από ιό. Δυσκολεύει πολυ το βάδισμα.
Σκλήτσ(j) (οι),(γοι) = Τα σκουλήκια
Σκούν(j) (η),(γη) =Η σκόνη
Σ(j)λαγιαστήκαμε=Ησυχάσαμε
Σ(j)λάρ (του) =Το μικρό σκυλάκι αλλά λέμε  και διαβόλ σ(j)λάρ=σκυλάκι του διαβόλου =κακό παιδί.
Σλιντίζου=Στήνω τα ξύλα ξανά στο τζάκι όταν μερικά κάηκαν και έπεσαν.Λέμε π.χ. Σλίτσι τα ξ(j)ύλα σκ(j) παραχούκ(j),η φουτιά θα σβήσ(j).=Στήσε τα ξύλα; στο τζάκι,η φωτιά θα σβήσει.
Σμάρ (του) ή ζ(j)μάρ(του) = Το μελίσσι που έφυγε από το σπιτάκι του και μαζεύτηκε σαν μια ζύμη πάνω σε δένδρο.
Σμαρίδα (η),(γη) = Το γνωστό ψάρι η μαρίδα.Μεταφορικά πολλά άτακτα,ή ζωηρά παιδιά.
Σμουρώνου και Σμουρώνουμι =Μαζεύομαι σαν μωρό.
Σνόρσ(j) (η),(γη) =Από το συνερίζομαι.Π.χ.Αφήστε τον δεν έχ(j) σνιόρς. Μη τον συνερίζεστε γιατί πιθανόν να έχει κάποιο πρόβλημα.
Σ(j)νιμπαίνου=Συνειθίζω κάτι όπως πρόβλημα ,π.χ Πόσου τζιρό θέλ(j)ς για να του σ(j)νέμπς=Πόσο καιρό θέλεις για να το πάρεις απόφαση.
Σ(j)νίρτα=Συνήλθα
Σ(j)νουρίζουμι=Τα παίρνω όλα τοις μετρητοίς.Λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου αυτά που κάνει ή λέει κάποιος.Λέμε π.χ.Άστουν(j) μην τουν(j) σ(j)νουρίζισι δεν είνι κακός=Άστον μη τον παρακολουθείς σ' αυτά που κάνει ,δεν είναι κακός.Άστον δεν έχει σ(j)νόρσ(j)=δεν έχει συνέριο.
Σόνα μόνα  = Μάλλον για σένα για μένα και στο τίποτε σχεδόν και για τον καθένα μας. Έκφραση που δηλώνει ασημαντότητα.
Σόνια (τα)= Τα τελευταία πιο μυρωδάτα φύλλα της καπνουλιάς. Από την προτροπή σών(j)=αρκετά, φτάνει.Από εκεί και η λέξη σώσμα= το τελευταίο
Σουβαρμάς (η),(γη),(ου) = Το γνωστό ποτιστήρι. Το ελλειψοειδές σε διατομή ή κυλινδρικό δοχείο ποτίσματος ή καθαρισμού, που από τη βάση του ξεκινά λοξός σωλήνας που καταλήγει σε διάτρητο πρόσθετο συνήθως εξάρτημα.Προέλευση η Τουρκική λέξη sulama can=ποτιστήρι
Σουβλικάρ (του) = Το άτομο που δεν έχει καλές σωματικές αναλογίες συνήθως αδύνατο και ψηλό.
Σουγιούτ (του)και Σουγιουτιά (η),(γη) =Η ιτιά .Τούρκικο όνομα από το Τούρκικο sogut=ιτιά. Το δένδρο λέγεται και σουγιουτιά στην Ανεμώτια.
Σουλαντίζου.Πάλι τούρκικης προέλευσης λέξη από το  αρχικό σου(su) που στα Τουρκικά είναι το νερό. Ρίχνω νερό  γύρω γύρω.
Σουλτάν  μιριμέτ (του) = Μια καλή τιμωρία με ξυλιές όπως ξέρει καλά ο Σουλτάνος.Και από την Τουρκική λέξη meramet= μικροεργασίες κυρίως οικοδομικές.Εδώ έχει την  αλληγορική  έννοια ενός καλού ξύλου για συνετισμό.
Σουπάς (η),(γη),(ου)=Το νεαρό άλογο ή μουλάρι.
Σουράβλ(j) (του)=Είδος μεταλικού ή ξύλινου αυλού. Κάτι σαν φλογέρα.Προήλθε κατά πάσα πιθανότητα από ένα μικρό είδος ηχητικού αυλού που χρησιμοποιεί ένα ξύλινο σφαιρίδιο μέσα στο νερό.Το σου είναι πάλι το Τουρκικό su το νερό.
Σουρτίζου=Έχω διάρροια.Πάλι το Τουρκικό su αφού η διάρροια είναι με πολύ νερό
Σουσούμ (του)=Τα όμοια χαρακτηριστικά του προσώπου κάποιου. Λέμε π.χ.Τούκ(j) πρέπ να ένι συγγινείς,έχιν(j) του ίδιου σουσούμ=Τούτοι πρέπι να είναι συγγενείς έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά στο πρόσωπο 
Σουσουμιάζου = Προσπαθώ να ταυτίσω κάποιον με άλλο πρόσωπο συνήθως της οικογένειάς του . Π.χ Δε μπουρώ αυτό του μουρό να του σουσουμιάσου μι κανέναν(j) απ'τσι δυο=Δεν μπορώ να το ταυτίσω αυτο το μωρό με κανέναν απο τους δυο(γονείς).
Σουφιλιάζου = Εφαρμόζω ένα εξάρτημα μέσα σε κάποιο άλλο ώστε να ταιριάξουν.
Σπίκ(j) (του) =Το σπίτι
Σπιτσιέρς  (η)(γη)(ου)= Ο Φαρμακοποιός αλλ και ο βοηθός φαρμακείου.
Σταγόν(j) (του) =Το σαγόνι
Σταλαμός (η)(γη)(ου)=Διαρροή νερού από τη στέγη προς το εσωτερικό του νησιού..Π.χ. Μπρέ Τάσσου,ανέβα μπρέ στα τσιραμίδια να πιάγ(j)ς του σταλαμό=βρε Τάσο ανέβα βρε στα κεραμίδια  να βρεις από που μπαινει το νερό.
Στ'ανάθιμα= Βρισιά,κατάρα που εννοεί να πας εκεί που γίνεται το ανάθεμα. Ενδεχομένως εκεί που ρίχνουν πέτρες για να ξορκίσουν το κακό.

Στάρ (του) =Το σιτάρι
Σταρκέλι (του)=Το μελομακάρονο
Σταρκό (του) =Το κόσκινο για τον καθαρισμό σιταριούΑπό τη λέξη σιτάρι 
Στήμ (η),(γη)=Η ταχύτητα .Π.χ Αυτός έβαλι πουλύ στημ τσι τρέχ(j)=Αυτός έβαλε πολύ ταχύτητα στο περπάτημα του και τρέχει.Από την Αγγλική λέξη steam=ατμός που έδινε ταχύτητα στα ατμοκίνητα.
Στράκ(j)ς (η),(γη),(ου)=Όνομα από το υποκοριστικό Στράτης ή του Στρατής.

Στρώσ(j) (η),(γη) = Το τοποθετημένο συνήθως στο πάτωμα στρώμα.
Στσιά (η),(γη) =Η συκιά

Στσιάχκα=Τρόμαξα.Από το σκιάζομαι που σημαίνει τρομάζω και το σκιάχτρο.
Στσιπός (η),(γη),(ου) =Η σκεπή
Στσύβαλου (του) Από τη λέξη σκύβαλα που είναι οι ξένες ύλες στο σιτάρι .Αλληγορικά και απαξιωτικά ο άχρηστος.
Στσύβου=Σκύβω
Στσύλους (η),(γη),(ου) =Ο σκύλος
Στύλους (η),(γη),(ου)= Ο υφασμένος διάδρομος για το χώλ, τα στενόμακρα δωμάτια και τους διαδρόμους.
Σύγκριου (του)=Ξαφνικό έντονο τουρτούρισμα. Ετοιμολογικά  συνδυασμός Συν και κρυου
Συράνα (η)(γη) =Από το σύρω .Το φαράσι.
Συρμαγιά(η),γη)=Αναφέρεται στη συλλογή ομοειδών πραγμάτων. Κυρίως όμως σε αρκετά  χρήματα που εξασφαλίζουν ή δημιουργούν προϋποθέσεις για αγορές καλούς γάμους κ,λπ.Σαν να τα περνάς σε σύρμα και είναι σταθερά.Από την Τουρκική λέξη sermaye=κεφάλαιο

Σύρραχτου (του)=Ο συνεχόμενος μακρύς βράχος.
Σύρτσει = Απο το σύρε(πήγαινε) παραπέρα. Κάνε χώρο.
Σφαλ(j)ξα=Έκλεισα.
Σφήγκα (η),(γη) =Η σφήκα το έντομο.
Σφουντήλ(j)(του) = H σβούρα κα;ι η βάση του αδραχτιού.Π.χ.Άμα σ'δώσου μια θα δεις τουν ουρανό σφουντήλ(j) τσι τ'άστρα μακαρόνια=Aμα σου δώσω ένα μπάτσο θα δεις τον ουρανό να γυρίζει.

Σφουτζ(j)ίζου =Σκουπίζω.Λέμε π.χ.σφούτζσι καλά του στόμα σ έχ(j)ς λάδια=Σκούπισε καλά το στόμα σου έχεις λάδια
Σών(j)= Φτάνει,αρκετά
Σώπηνι = Σώπηνι πιά ,μη μλας= Σιώπα πιά, μη μιλάς. 
                                    
                               

                                                         ΤΑΥ(136)

       
Ταγίζου=Ταϊζω. Πάγου να ταγίσου τσ'κατσίκις=Πηγαίνω να ταϊσω τις κατσίκες.
Ταγκαρί (του)=Το τζίν
Ταϊφάς (η),(γη),(oυ) =Συγκροτημένη ομάδα εργατών στα χωράφια κυρίως αλλά και πετράδων,οικοδόμων κ.λπ.Από την Τουρκική λέξη tayfa=το πλήρωμα.Στην Ποντιακή διάλεκτο σημαίνει οικογένεια.
Τακάτ (του) =Οι δυνάμεις,το κουράγιο.Π.χ.δεν έχου πια τακάτ=είμαι αδύναμος,κουρασμένος,δεν έχω δυνάμεις.Λέξη Τουρκικής προέλευσης takat=αντοχή.
Τάκλα (η)(γη) =Περιστροφή,τούμπα.Π.χ.λέμε σε περίπτωση που χάσαμε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και αρχίζει να κάνει τούμπες <κάναμι τ ρεις τάκλις αλλά ευτυχώς δεν τραυματιστήκαμι>>=Κάναμε τρεις περιστροφές(τούμπες) αλλά ευτυχώς δεν τραυματιστήκαμε. Είναι δε σε αρκετούς γνωστό αυτό που είπε ο Μανωλης  στον αδελφό του Παναγιώτη  <<Παναγιώτ θα πάρουμε τσ'άλλ τάκλα>>.
Tαμπάν(j) (του)=Το Ίσιωμα, το επίπεδο κτήμα,οικόπεδο κ.λπ. όπως το ταβάνι.Από την Τουρκική λέξη tavan=tταβάνι.
Ταμτιρλί (του) =Αφασία.Π.χ.Αυτός το έριξε στο ταμτιρλί=Το έριξε στο ότι θέλει ας γίνει ,χωρίς τύψεις.
Τασουταμπακάς (η)(γη)(ου)=Σκεύος φαγητού για εκδρομή
Ταχιά =Αργότερα,στο μέλλον αλλά σχετικά σύντομα
Ταχιά ταχτέρ =Αύριο πρωί πρωί.
Ταχταλής (η),(γη),(ου)=Το σπουργιτοειδές πουλί από τα πιο μεγάλα του είδους. Λέγεται και κεφαλάς.
Τ(γάν(j) (του) =Tο τηγάνι
Τέμπλα (η),(γη) =Μακρύ αυτοσχέδιο ψημένο ραβδί  για  τίναγμα των ελιών.
Τα τέντουσι =Πέθανε
Τεπές (η),(γη),(ου)=Οροπέδιο,ίσιωμα σε λόφο.Από το Τουρκικό  tepe=λόφος
Τέρπλεϊ (η),(γη)=Κλωστή πλεξίματος
Τιρσέκ(j),(του) = Γωνιά  δρόμου.Από  την Τουρκική λέξη tirsek=γωνία δρόμου
Τέστου(του) = Τέστο=Μεγάλο σχετικά πήλινο δοχείο για παρασκευή φαγητού σε φούρνο.
Τέτιανα =Σαν και αυτά που σου δείχνω.Τέτοια
Τζβάλ(j),(του)=To τσουβάλι
Τζιγέρ,(του)=Το σηκώτι 
Τζιράν(j) (του)= To καλλωπιστικό φυτό γεράνι.H αρμπαρόριζα.
Τζιρός (ο),(η) =Ο καιρός
Τζιρτζιλές (η),(γη)(ου)=Η φασαρία
Τζιρτζιλιάζουμι =Κατακαίγω το σώμα μου από την πολύ ζέστη.
Τζισβές (η),(γη),(ου)=Το μπρίκι.Από την Τουρκική λέξη cesve=μπρίκι
Τζιτζί (του)=Το παιχνίδι
Τζίτζιρας (η),(γη),(ου)=Ο χρυσοκάνθαρος, Το χρυσό σκαθάρι που πετά 
Τζλώνου =Από τη λέξη αγκυλώνω.Βάζω αιχμηρό αντικείμενο ή βέργα μέσα σε κάποια τρύπα π.χ.για να αναγκάσω να βγει ένα φίδι ή κάποιο σμήνος από σφήκες ,μπαμπούρους κ.λπ.Αλλά και ενοχλώ κάποιον προκλητικά για να τον κάνω να θυμώσει για πλάκα. Η λέω κάτι σε  κάποιον που ξέρω ότι τον ενοχλεί . Π.χ.Μη μι τζλών(j)ς γιατί θα θμώσου τσι θα βγω έξου απ'τα ρούχαμ=Μη με κεντρίζεις γιατί θα θυμώσω και θα βγω έξω από τα ρούχα μου(θα οργιστώ)
Τζόνουμι =Ενοχλώ κάποιον.Π.χ. αυτος μι τζόνιτι =Με ενοχλεί με επιμονή,δεν με αφήνει ήσυχο.
Τζ(j)ουμπανοί (οι),(γοι) = Οι τσοπάνοι
Τζ(j)ουχάπ (του) =Η λογοδοσία, η απολογία.Π.χ.δε θα σ'δώσου τζουχάπ πού θα πάγου=Δεν είμαι υποχρεωμένος να σε ενημερώσω για το πού θα πάω.Από την Τουρκική λέξη hesap=λογαριασμός.
Τίλιγια =Πώς,ποιάς μορφής,τι είδους.Λέγεται και με αρνητική διάθεση όταν κάποιος ζητά κάτι και ο άλλος δεν διανοείται να το δώσει απαντά με την έκφραση <<Τίλιγια του θελ(j)ς μαύρου γιά κότσ(j)νου=Πώς το θέλεις μαύρο ή κόκκινο.Η άλλη απάντηση αρνητική (Πάγινι να δείς άμα έρχουμι)=Πήγαινε να δεις αν έρχομαι.
Τιλιμές (η),(γη),(ου)=Το τουλουμοτύρι.Τυρί φτιαγμένο σε τουλούμι(ασκί)
Τιμσιάρκα (τα) = Η συμφωνία μεταξύ ιδιοκτήτη και καλλιεργητή ή και απλού συλλέκτη για μισά -μισά όσα προϊόντα παραχθούν σε κάποιο χωράφι.
Τίνουνους= Πιανού. Π.χ.Τίνουνους είνι αυτό του μουρέλ?
Τιπιδέλ(j) (του)=Το μικρό οροπέδιο, ίσιωμα σε λόφο.Από την Τουρκική λέξη tepe=λόφος.
Τισγιάκ (του) =Μια γωνία κυρίως κτιρίου που είναι απάνεμη λιγότερο κρύα, αλλά και κατάλληλη για κάθε μορφής στρίμωγμα π.χ. ερωτικό, για ξυλοδαρμό κ.α.
Τιστί πινίρ (του)=Είδος τυριού. Το πινίρ προέρχεται από την Τουρκική λέξη paynir=τυρί  και την testi=δοκιμή.
Τ'κούκ τα κλειδιά (του)= Του κούκου τα κλειδιά. Ένα άσπρο χαμηλό ανθάκι πολύ διαδεδομένο στην Ανεμώτια.
Τ'καζάν(j)  η πλάτανους=Ο πλάτανος προς την περιοχή Μπόλια, που είναι μεγάλης διαμέτρου και έδωσε το παραπάνω  όνομα γύρω του.
Τλιγάδ (του)=Το τυλιγάδι=Το ξύλινο εργαλείο που περιστρεφόταν σε κατακόρυφο άξονα με τη βοήθεια μικρής μανιβέλας και πάνω στο σώμα του τυλιγόταν τα νήματα από το αδράχτι για να γίνουν θηλιές για τον αργαλειό ή κουβάρι για πλέξιμο.
Τλουπάν(j) (του)=To ύφασμα που μέσα του έμπαινε  το γάλα με  την πιτιά;για να γίνει τυρί Αλλά και γενικότερα κάθε λεπτό ύφασμα με το οποίο τύλιγαν κάτι όπως το άσχημο κεφαλομάντηλο. Από την Τουρκική λέξη Tul=τούλι και πανί. 
Τμπάνιαξι = Καταστράφηκε. Αλλά και σε προστακτική σημαίνει κάτσε σε ένα μέρος και μη κουνιέσαι.Αλλά και τουν ντμπάναξι στου ξύλου.=Τον ρήμαξε στο ξύλο
Tόκα (η,(γη) αγκράφα. Από την Τούρκικη λέξη toka= αγκράφα
Τόσινια =Τόση(μεγάλη) σε μέγεθος.Π.χ. Η λαμπάδα ήνταν(j) τόσινια μιγάλ(j).
και δείχνει με τα χέρια το μέγεθος.
Τουκ(j)=Ετούτη εδώ Π.χ.δεν πιρίμινα να έρκ(j) σ τούκ κ(j) μέρα=δεν περίμενα; ν;α έρθεις αυτή τη μέρα.
Τουκάτ (του)= Τούρκικη λέξη για τη φυλακή ζώων που κάνουν αγροζημία.Η πιό πιθανή ερμηνεία  είναι ότι  προέρχεται  από την Τουρκική λέξη tokat που ε'ιναι το όνομα της πόλης νότια; της Σαμψούντας.Είχε ένα κάστρο που μέσα του  υπήρχε μια σκληρή φυλακή.
Τουμάρ (του) =Τομάρι (ζώου) αλλά και χαρακτηρισμός κακού ανθρώπου.
Τούμπου (του) =Το τούμπο =Ο σωλήνας.
Τουρκάτσ(j) (του)=Κανονικά σημαίνει Τουρκόπουλο.Εδώ χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει ένα δύσκολο παιδί ,νευρικό,ατίθασο.
Τουστέκια ή  κιουστέκια(τα)=Τα κουστέκια δηλαδή τα σχοινιά με τα οποία δένονται το εμπρός με το πίσω πόδι  της ίδιας πλευράς  στα μουλάρια,άλογα,γάϊδαροι  για να εμποδίζονται όταν είναι νέα και ατίθασα για να μην μπορούν να απομακρυνθούν.
Τραμουτζάνα (η),(γη)=Η ταμιζάνα.Η μεγάλη στρογγυλή μπουκάλα κυρίως για κρασί.Από τη Βενετσιάνικη διάλεκτο damigiana=μάλλον κυρία Ιωάννα ή πιο πιθανά από τα Τούρκικα damacana= μεγάλο γυάλινο δοχείο νερού.
Τρανός(η) (γη),(ου) =Αυτός που κατέχει υψηλή θέση αλλά και ο επιτυχημένος.
Τράτους(του)=Το περιθώριο,αυτό που τραβάει σε χρόνο.Λέμε π.χ. Αυτήν η υπόθισ(j) έχ(j) τράτους=αυτή η υπόθεση τραβάει μακριάΑπό την Ιταλική λέξη tratto=διάστημα.
Τραχανός (ο),(γη),(ου) =Ο τραχανάς.Πιθανά από αρχαία Ελληνική λέξη ή την Τουρκική tarhana=τραχανάς
Τραχλιά (η),(γη)=Η τραχηλιά.Η δαντέλα που έμπαινε στα ζακετάκια των  γυναικών τα παλιά χρόνια..
Τρέμσα (η),(γη)=Η χρυσή κλωστή που κρεμούσαν στο πέπλο της νύφης.
Τριδίζιτι =Τρώγεται με τα ρούχα του,δεν ησυχάζει αν δεν κάνει αυτό που έχει στο μυαλό του.Φαγουριάζεται για κάτι.
Τρικό (του)=Η μάλλινη εσωτερική ανδρική φανέλλα.Από τη Γαλλική λέξη tricot=pπλεχτό
Τρικουτσιά (η),(γη)=Τρικοκιά.Είδος θάμνου με βελόνες,ένα είδος αγκαθωτού κέδρου.  
Τρουβαδιάζου=Γεμίζω τον τρουβά κάποιου,(συνήθως με δώρα)Λέμε π.χ. Θα σι τρουβαδιάσου
Τρουβάς (η),(γη) =Ο Ντουρβάς,το δισάκι.Ελληνική λέξη τορβάς
Τρουξαλίδα (η),(γη)=Ο γρύλος που ακούγεται τη νύχτα.
Τρουφαντό (του)=Το αγγούρι
Τρώ=τρώει
Τσ= Όχι
Τσάγρα (η),(γη) =Ο μηχανισμός ανοίγματος και κλεισίματος πόρτας.Γίνεται με το πάτημα μιας προεξοχής προς τα κάτω οπότε ανασηκώνεται από την άλλη μεριά  και βγαίνει από τη θέση ασφάλισης(απελευθερώνεται).Στη Χιώτικη διάλεκτο τσάγρα=φάκα Υπάρχει συνάφεια.
Τσαγρίζου =Πιτσιλώ με νερό κυρίως τους γύρω μου ή τη γύρω περιοχή.
Τσακή (η),(γη) = Ο σουγιάς
Τσακνατσούκουλου (του) =Από τη λέξη τσάκνο που είναι τα κλαράκια για προσάναμα και όχι τα δυνατά ξύλα. Απαξιωτική έκφραση για κάποιον. Κάτι σαν ο  άχρηστος.
Τσακόν(j) (του)μεγάλος σουγιάς
Τσαλιστεύου=Παλεύω με την έννοια του προσπαθώ
Τσαμασίρια (τα) =Ανάκατα αντικείμενα γενικώς αλλά και εργαλεία που θα χρησιμοποιήσουμε για κάποια δουλειά. Από την Τουρκική λέξη camasir=άπλυτα.
Τσαμλίκ(j) (του)=Πευκοδάσος.Δάσος από τσάμια που είναι τα πεύκα. Από την Τουρκική λέξη cam=πεύκο
Τσαμλικότραγους(ο) (η)(ου)=Χαρακτηρισμός κυρίως κτηνοτρόφου αλλά και κατοίκου  που η εμφάνισή του έγινε σαν του τράγου  από τη μακρά απουσία του από το χωριό. Ατιμέλητος, με γένια, ακούρευτος κ.λπ. Συνήθως εννοείτο αυτός που είχε τη φτωχή εγκατάστασή του  μέσα ή κοντά στο στο πευκοδάσος.
Τσαμούρ(του)=Η λάσπη. Τουρκική λέξη για τη λάσπη camur
Τσαμπασλίκ(j) (του)=Παζάρι για αγοραπωλησία.Από την Τουρκική  λέξη campaz=ζωέμπορος,ακροβάτης αλλά μεταφορικά και πανούργος, πονηρός
Τσαντήρα ή και τσαρντάκα (η),(γη)=Πρόχειρη κατασκευή από ξύλα και κλαδιά για προστασία στο ύπαιθρο κυρίως  από τον ήλιο. Από την Τουρκική λέξη cadir=τσαντήρι,σκηνή.
Τσαντίλα=Το λεπτό ύφασμα για διάφορες χρήσεις όπως π.χ. για την παρασκευή τυριού τσαντίλας. Από τη Σερβική λέξη  tsedilo=το τουλπάνι της τυροκομίας.
Τσαπίζου =Σκαλίζω το χωράφι ,τον κήπο.Από τη μεσαιωνική Ελληνική λέξη τσάπα, την Ιταλική zappa,sappa(πηγή=Βικιλεξικό
Τσαρά(η)(γη)=Η κυρία, η κυρά, η γυναίκα μου
Τσάπρα (η),(γη) =Κακή διαμόρφωση των χειλιών. Και τσαπραχείλ(j)ς αυτός με τα χοντρά δύσμορφα χείλη.
Τσάτρα-Πάτρα=Κουτσά στραβά.Έχει την έννοια του μπαλώματος.π.χ.Ερώτηση.Το' φτιαξες
του ντουβάρ που χάλασι;Το έφταξες το ντουβάρι που χάλασe;Aπάντηση Το'φτιαξα τσάτρα πάτρα.
Τσακτίζου= Προσπαθώ να κάνω σπίθα ώστε να ανάψω φωτιά. Ξύνω με δύναμη π.χ την τσακμακόπετρα για να κάνω σπίθα. Ποιό παλιά ήταν η δημιουργία σπίθας με ένα σιδερέριο αντικείμενο ελλειψοειδούς σχήματος μήκους 5-7 εκατοστών και πλάτους 2 εκατοστών που το χτυπούσαν με δύναμη σε πέτρα χαλαζία και η σπίθα άναβε αρχικά κομμάτι ίσκας και αργότερα ένα πολύχρωμο φιτίλι .Το τελευταίο μάλιστα κάποια εποχή ήταν της μόδας ως αντισυμβατικό μέσο παραγωγής φωτιάς για κάποιους που ήθελαν να εντυπωσιάσουν. Πιέζω το μοχλό του αναπτήρα για να πετάξει σπίθα η τσακμακόπετρα.
Τσ(j)αλιστεύγου =Αγωνίζομαι να κάνω κάτι, προσπαθώ.Από τηνΤούρκικη λέξη calist=ξεκίνημα.
Tσ(j)ιρός (η),(γη),(ου)=Ο καιρός
Τσ(j)ατάλ(j)=Mια βέργα που στην κορυφή της είναι διχαλωτήσε σχήμα V με ύψος συνήθως όσο το ύψος υποζυγίου μεταφοράς αγαθών. Χρησιμοποιείται για το ανασήκωμα των σχοινιών φόρτωσης ώστε 
να μπορούν να τοποθετηθούν με ευκολία τα φορτία όπως ξύλα τσουβάλια κ.λπ.Από την Τουρκική λέξη catal=πηρούνι. Υπάρχει συνάφεια σχήματος και λειτουργίας.
Τσ(j)αμασίρια (τα)=Τα διάφορα που χρειάζονται να κάνουμε κάποια δουλειά.Αλλά και τα πολλά αντικείμενα που έχει κάποιος.
Τσαμλικότραγους (η),(γη),(ου) =Χαρακτηρισμός κτηνοτρόφου που η εμφάνισή του έγινε σαν του τράγου από τη μακρά απουσία του από το χωριό.Ατημέλητος με γένια ,ακούρευτος κ.λπ.
Τσ(j)αμούρ (του)=Η λάσπη
Τσαντίλα (η),(γη)=Το λεπτό ύφασμα για διάφορες χρήσεις όπως π.χ.για την παρασκευή τυριού τσαντίλας.
Τσ(j)αντίρα (η),(γη)=Η κρεβατίνα για κλιματαριά ή άλλο αναρριχόμενο για ίσκιωμα. 
Τσαπράζ(j) (του)=Το εργαλείο για τ;α δόντια των πριονιών. 
Τσαρά (η)=Η κυρία 
Τσ(j)ατάλ(j) (του) =Μια βέργα που στην κορυφή της είναι διχαλωτή σε σχήμα V.Χρησιμοποιείται για να ανασηκώνει τα σχοινιά ώστε να μπορούν να τοποθετηθούν με ευκολία  ξύλα ή άλλα αντικείμενα σε μουλάρι, άλογο , γάϊδαρο.
Τσατμάς (η),(γη) =Κάποιο γρήγορο πείραγμα από αγόρι προς κάποιο κορίτσι και  αντίθετα μερικές φορές, προκειμένου να μεταφερθεί κάποια  ερωτική διάθεση. Ερωτική σπόντα θα μπορούσαμε να το πούμε. Αλλά και διαχωριστικό σπιτιού ,μισό πέτρα μισό ξύλο.
Τσάτσα (η),(γη)=Η θεία
Τσβάλ(j) (του)=Tο τσουβάλι
Τσ(j)βούρ (του)ο κιβούρι. Φέρετρο ή λαξευτός τάφος. Λαξευτοί τάφοι πρέπει να βρέθηκαν στην περιοχή της αρχαίας  Μητρόπολης κοντά στην Αγία Αναστασία στην Ανεμώτια'
Τσδώνια (τα) = Τα κυδώνια
Τσείν(j) (η),(γη) =Εκείνη ,αυτή. Π.χ. Αυτός την ερωτεύτηκε αλλά τσείν(j) χαμπάρ δεν έχ(j)
Τσείνινια (η),(γη) =Εκείνη εκεί.
Τσείνουνας (η),(γη),(ου) =Εκείνος εκεί.
Τσείτουμι =Είμαι ξαπλωμένος ,κείτομαι.
Του τσ(j)ένουσι του πουτήρ =Το άδειασε  το ποτήρι από απροσεξία. Από το κενώνω=αδειάζω.
Τσέντρους (η),(γη),(ου) =Ο κέδρος. Δένδρο πουρνάρι. Είδος κέδρου.
Τσερτσ(j)έπς(η),(γη),(ου) =Το κακό παιδί
Τσιλμπούρ (του) =Ο πρόχειρος τρόπος για τη συγκράτηση ζώου με δέσιμο σχοινιού από το κεφάλι.Κατασκευαζόταν με σχοινιά πάνω στην πατέντα των χαλιναριών (καπίστρια)πολύ όμως πιο απλά.
Τσιμπέρ (του)=Το μαντήλι στο κεφάλι δεμένο στο σαγόνι.
Τσιντρίδ (του) =Το  κεντρί της μέλισσας ,σφήκας κ.λπ.
Τσιντρίζου =Από το κεντρίζω, κεντρί. Προκαλώ ή κεντώ κάποιον για να προκαλέσω την προσοχή του.Π.χ. Μη μι τσιντρίγ(j)ς =Μη με προκαλείς.
Θα σι τσιντρώσ(j) =Θα σε κεντρίσει. Πχ. Πρόσιξι θα σι τσιντρώσ(j) η μέλ(j)σσα
Τσιντώ =Εκτός από το κεντώ πάνω σε κάποιο ύφασμα σημαίνει και πιέζω κάποιον με καρφίτσα ή άλλο αιχμηρό όργανο .Αλλά και υπενθυμίζω σε κάποιον το θέμα μου.
Τσινώνου=Αδειάζου.Από τη λέξη κενό=άδειο
Τσιόλα=Τόσο γρήγορα. Π.χ. Ήρτις τσ(j)όλα=Ήρθες τόσο γρήγορα.
Τσιουρβάς (η),(γη),(ου) =Έδεσμα που παρασκευαζόταν συνήθως από γίδινο γάλα και κουρκούτη .Αν υπήρχε προστίθετο και ζάχαρη. 
Τσιραμίδια (τα)=Τα κεραμίδια
Τσιρί (του)=Το κερί
Τσιρκόν(j) oυ)ο μαυροπούλι του χειμώνα που έρχεται σε σμήνος.Στη Θεσσαλία λέγονται και γκαραβέλια .Αλλού επίσης ψαρόνια (αρχαιοελληνικής ρίζας)από το ψαρό χρώμα
Τσιρλιό (του) =Η παρατετα;μένη μεγάλη ευκοιλιότητα
Tσιρνώ =Κερνώ και τσέρασα=κέρασα ,θα τσιράγ(j)s=θα κεράσεις
Τσιρός=Ο καιρός
Τσιρτσιβές (η),(γη),(ου)=Η κάσα του παραθύρου και της πόρτας
Τσισμέδια (τα) =Οι μπότες των Μυτιληνιών από δέρμα .Τα στιβάλια των Κρητικών.Τα καλλίτερα ήταν απο τον Τσεσμέ της Τουρκίας από όπου πήραν και το όνομα.
Τσίσσα (η),(γη) = Η κίσσα
Τσίτα (η),(γη) =Το πρόχειρο πιρούνι των αγρών.Ένα μικρό κλαδί που στην απόληξή του διαμορφωνόταν μυτερά για να είναι εφικτό το κάρφωμα τροφής στους αγρούς κυρίως.
Τσκούρ (του)=Το τσεκούρι
Τσλιά (η),(γη) =Η κοιλιά
Τσ(j)λώ=Κυλώ
Τσμούρ (του) = Το τσιμπούρι
Τσμπώ =Τσιμπώ
Τσ(j)νηγώ=Κυνηγώ 
Τσν(j)ί=Τσινί. Έκφραση που λέγεται για κάποιον που περεξηγείται πολύ εύκολα.Π.χ.Πρόσιξι γιατί αυτός στέκιτι απά στου τσνί τ.Πρόσεξε γιατί αυτός θυμώνει εύκολα. Μεταφορικά από το μικρό πιατάκι του γλυκού  που είναι σαν μπιμπελό.
Tσουμπανιοί (οι),(γοι)=Οι τσομπάνοι,οι κτηνοτρόφοι
Τσουμπλέκια (τα) =Διάφορα αντικείμενα, κυρίως πήλινα, χρήσιμα για τον εξοπλισμό σπιτιού.Προέρχεται από την Τούρκικη λέξη coblek που σημαίνει τσουκάλι.
Τσουπέλ(j) (του)=Tα ανεπιθύμητα μέσα  στο σιτάρι υλικά.
Τσουπιλίκ(j) (του)=Αγρός ή ελαιώνας γεμάτος ανεπιθύμητη βλάστηση.Π.χ.Αυτό του χουράφ έχ(j) πουλύ τσουπιλίκ(j).Aπό την Τουρκική λέξη cupilik=κάποια συγκεκριμένα άγριόχορταχόρτα
Τσ(j)ουρβάς (η),(γη),(ου)ίδος σούπας, κυρίως με αλεύρι και γάλα. Από την Τουρκική λέξη corba=σούπα
Τυρρανίδα (η),(γη) = Η ταλαιπωρία. Από τη λέξη τυραννία.
Τυριβόλ(j) (του) = Το μικρό κυλινδρικό πλεχτό καλαθάκι διαμέτρου περίπου 10 εκατοστών και ύψους 15-20 εκατοστών όπου έμπαινε  η φρέσκια μυζήθρα .Παλιά φτιαγμένο με κλαριά βούρλων.
Τφέτσ(j) (του)=Το ντουφέκι

                                                      ΥΨΙΛΟΝ(2)

Υλίκ(j) (του)=Το μεδούλι.Από την Τουρκική λέξη ilik=μεδούλι
Ύπατα (τα)= Οι δυνάμεις μου Σχετική με το συκώτι λέξη που επηρεάζεται από αρνητικές σκέψεις(όπως πιστευόταν).Και μου κόπηκαν τα ύπατα=με έπιασε φόβος, κατέρρευσα.Λέμε π.χ.επίσης Μ' κόπκαν(j) τα ύπατα σαν είδα ένα μιγάλου φίδ στου δρόμου.

                                                          ΦΙ(31)

Φαγιάντσα (η),(γη)= Η επίσημη μεγάλη κούπα για μεγάλες σαλάτες ή και πολύ σούπα,η σουπιέρα.
Φαγί (του)= Μεσαιωνική λέξη. Το φαγητό.
Φανάρ (του) =Το φανάρι. Το μεταλλικό ερμάριο ,το ντουλάπι με σίτες στις τέσσερις πλευρές του. Βασικό αντικείμενο των σπιτιών που αντικαθιστούσε εν μέρει το ψυγείο .Κρεμιέται σε δροσερό μέρος και έτσι αποφεύγονται οι ζημιές από γάτες, μύγες, μέλισσες, σφήκες κ.λπ.
Φάν(j)τσι =Φάνηκε. Π.χ. ακόμα δεν φάντσι η Γιώργους.
Φασλέλια (τα)=Τα μαυρομάτικα φασολάκια
Φασούλια (τα) Τα φασόλια γίγαντες
Φκιάρ (του) = Το φτυάρι
Φλέγα (η),(γη)=Η φλέβα (σώματος, νερού , χρυσού κ.λπ.)
Φλάγου =Φυλάσσω .Π.χ. Αυτό να μ' του δώγ(j)ς να του φλάξου=Αυτό να μου το δώσεις να το φυλάξω.
Φλισκούν(j) (η),(γη) =Η φλισκούνη. Το αρωματικό φυτό που φυτρώνει σε υγρά μέρη στην Ανεμώτια .Το άρωμά της είναι εξαιρετικό. Επιστημονικό όνομα Μentha pulegium.
Φλόμους (η),(γη),(ου) = Ο Φλόμος. Ένα φυτό που έχει ναρκωτικές ιδιότητες  .Το έριχναν παλιά  σε ποτάμια για να πιάσουν ψάρια. Επιστημονική ονομασία Verbascum thapsus.
Φνίκα (η),(γη)=Το πολύχρωμο  ,στενόμακρο(διαφανές)μαντήλι του κεφαλιού.
Φοινίκ(j) (του)=Φοινίκι. Το μελομακάρονο. Ετοιμολογικά  ο χουρμάς  από το φοίνικα λόγω ομοιότητας του σχήματος του γλυκίσματος με τον καρπό..
Φουκάς (η),(γη)=Το γυάλινο σκεύος για γλυκό κουταλιού.
Φουρλαντίζου=Φουντώνω 
Φουρτούμ (του) =Μάλλον η αντοχή και η ποιότητα σχοινιού που χρησιμοποιεί κάποιος.
Φουρτούνα (η),(γη) ,φουρτούνις(οι)(γοι) =Προβλήματα. άσχημες εξελίξεις. Πολλές φορές π.χ. είχαμε το επιφώνημα ού φουρτούνις , ού φουρτούνις. Π.χ όταν κάποιος αναποδογύριζε το μαγκάλι με τα κάρβουνα .
Φουρφουτήρα (η),(γη) =Φορτωτήρα. Το πρόχειρο ξύλινο διχαλωτό στην κορυφή κομμάτι που συγκρατεί το σχοινί φόρτωσης αντικειμένων σε μουλάρια, άλογα, γαϊδούρια.
Φουφούλα (η),(γη) = Το παιδικό κυρίως και εφηβικό παντελόνι που έκλεινε κάτω από το γόνατο σε συνδυασμό με κάλτσες μακριές. Έχει σχέση και με κάτι το  φουσκωτό .όπως ήταν κάποτε οι φουφούλες
Φούχτα (η),(γη) =Η χούφτα
Φραμός (η),(γη),(ου) =Από τη λέξη φραγμός, φραγή. Η κατασκευή κάθε φραξίματος κτήματος, κήπου κ.λπ.Συνήθως η λέξη αναφέρεται στην τοποθέτηση κλαδιών και αστιβών πάνω στην κορυφή  της ξερολιθιάς.
Φρένιασα= Θύμωσα πολύ,λέγεται και φρίνιασα.Λέξη σχετική με τα φρένα τα μυαλά που ανάβουν.
Φρουκαλιά (η),(γη) =Η σκούπα
Φρουκάλ(j) (του) =Το φρουκάλι. Η παλιά φαγωμένη σκούπα που χρησίμευε κυρίως για το ασβέστωμα  τοίχων κ.λπ. Έχει σχέση με τη φιλοκαλία των παλιότερων.
Φρουμάζου =Γεμίζω το στόμα μου με νερό κυρίως και το εκσφενδονίζω με δύναμη προς τα έξω σαν βροχή. Π.χ. θα σι φρουμάξου=Θα φυσήξω πάνω σου νερό από το στόμα μου. Η ενέργεια γίνεται είτε χάριν αστεϊσμού (πλάκα)ή για τις ανάγκες σιδερώματος ρούχων.
Φτάξου (Να του) = Μέλλοντας του φτάνου. Αναφέρεται στη δυνατότητα λήψης αντικειμένου με τα χέρια και σχετίζεται με την απόσταση ή το ύψος. Π.χ. δε μπουρώ να του φτάξου είνι πουλύ αψ(j)λά=Δεν μπορώ να το φτάσω είναι πολύ ψηλά.
Φτίλια (τα) =Τα φυτίλια (πτιλά)αλλά και οι διαβολές. Υπονόμευση με κουβέντες που εξάπτουν κάποιον εναντίον άλλου. Η λέξη προέρχεται από το φιτίλι με το λάδι που ανάβει στο καντήλι.. Ανάβω δηλαδή φωτιές όπως στο φιτίλι που σιγοκαίει. Αλλού λέγονται μαναφούκια.Aρχαία Ελληνική ρίζα που πολιτογραφήθηκε στην  Τουρκική ως fitil=φιτίλι
Φτιών(j)= Φταίνε
Φτύμα (του)=Το σάλιο
Φτυμακούρα (η),(γη)=Το εκτοξευόμενο φτύμα εναντίον κάποιου.
Φυλλίζ(του) = Η ύπαρξη καλού φυλλώματος στα δένδρα.Π.χ.Tσείνινια η λιά έχ(j) καλό φυλλίζ=Εκείνη εκεί η ελιά έχει καλό φύλλωμα.



                                                       ΧΙ(50)

Χαβούτζα (η),(γη)= Η στέρνα για συλλογή νερού ποτίσματος κήπων.Aπό την Τουρκική λέξη havouz=χτιστή δεξαμενή νερού. Σε άλλες περιοχές της Ελλάδας  έχει την ερμηνεία της δεξαμενής λυμάτων.
Χαβρατσιάζου=Κάνω φασαρία. Λέμε π.χ. Τα μουρά δε τσμούνταν(j),όλη νύχτα χαβρατσιάζαν(j). Από την Εβραϊκή λέξη havra=Η εκκλησία των Εβραίων
Χαζίρ = Τό πλεονέκτημα,η ευκαιρία,το έτοιμο πράγμα. Π.χ Χαζίρ όμουρφο κουρίτσ τσι του αφήνεις να του πάρ άλλους. Έχει και την έννοια του λάθους που κάνει κάποιος και χάνει πολύτιμο πράγμα ή και πρόσωπο.Από την Τουρκική λέξη  hazir
Χαλατσ(j)ά (η),(γη) =Η Χαλατσιά. Ένας σωρός απο διαφορετικά συνήθως πράγματα. Χρησιμοποιείται για να δείξει ακαταστασία που είναι όμοια με την άτακτη πτώση π.χ. ενός παλιού σπιτιού.
Χαλέπς (η),(γη),(ου) =Λέξη προερχόμενη από το Χαλέπι την πόλη της Συρίας από όπου έρχονταν πολλοί τσιγγάνοι. Λέγεται για άτομα ατημέλητα αφρόντιστα.
Χάμι= Κάτω. Παλιά λέξη που εγκαταλείφθηκε. Την χρησιμοποιούσε η γιαγιά μου μέχρι το 1961.Απο την αρχαία λέξη χαμαί.
Χαμουλόγ(j) (του)=H συλλογή των πεσμένων ελιών κυρίως ,πρίν αρχίσει το ράβδισμα (τίναγμα) των δένδρων .
Xαμουλουγώ=Μαζεύω τις πεσμένες ελιές πριν το τίναγμα.
Χαμούρ (του) = Το μίγμα που βγαίνει μετά το σπάσιμο της ελιάς πριν οδηγηθεί στις πρέσες για έκθλιψη  και λήψη του λαδιού.Αλλά και βρισιά δηλ.βρε χαμούρ= βρε βρωμερέ. Από την Τουρκική λέξη hamur=ζύμη
Χαμπαρουλόγους (η),(γη),(ου)=Η πεταλούδα που έχει την κατατομή περίπου του μπάμπουρα , που έρχεται τη νύχτα προς τα φώτα.
Χαντούμς (η),(γη),(ου) = Ο άνδρας που δεν έχει ανδρικό  μόριο ή είναι πολύ μικρό.
Χαρανί (του) =Το στρογγυλό πήλινο ή μεταλλικό σκεύος με καπάκι για παρασκευή φαγητού Χαράστου=Έκφραση παράπονου.Λέμε π.χ. Χαράστου να μην έρτσ να μι δείς=Παναπονιέμαι που δεν ήλθες να με δείς.
Χαράστουν(j)= Eδώ λέγεται απαξιωτικά για κάποιον σε απάντηση θετικής τοποθέτησης άλλου. Π.χ.λέει κάποιος. Η Χρήστους τ' Αντών(j) ένι όμουρφου μουρό. Και η απάντηση χαράστην τν' ουμουρφιά τ .Ή χαρά σκ(j) ουμουρφιά τ. Που τη βρήκε δηλαδή την ομορφιά.
Χάραξίμ του = Δώσε μου κάποιο στοιχείο  για να καταλάβω τα υπονοούμενα σου ή τα μυστικά που μου κρύβεις.
Χαράρ (του) = Η λέξη είναι μάλλον Μικρασιάτικη που δηλώνει το φαρδύ αλλά στην Ανεμώτια πήρε την έννοια ενός συγκεκριμένου τσουβαλιού  πολύ μεγάλης χωρητικότητας.
Χαρμπατζνιάζου= Του ξηλώνω το δέρμα με τα νύχια.Προξενώ σε κάποιον τραύματα με τα νύχια.
Χάρσ(j) (η),(γη) =Το χαρμάνι για σοβάντισμα,λέγεται και λάσπη.Aπό την  Τούρκικη λέξη harc=κονίαμα
Χαρτούσα (η),(γη) =Το κυνηγετικό φυσίγγιο που το πάνω από τη βάση του τμήμα είναι χάρτινο.
Χαρχατζ(j)έλις (οι),(γοι)=Τα κακογραμμένα κείμενα με μουτζούρες 
Xασαπιό (του)=Το κρεοπωλείο
Χάσ(j)κου (του)=Το άσπρο αλεύρι και το αντίστοιχο ψωμί. 
Χατάς (η),(γη),(ου) =Η ζημιά. Από το Τουρκικό hata=ζημιά
Χαϋντούκ(j)ς (η),(γη),(ου) =Ο αναρχικός. Αυτός που δε σέβεται  νόμους και ήθη.Από τη λέξη hajdu=στρατιώτης,πεζικάριος.
Χαυταλεύρας (η),(γη),(ου) =Μεταφορικά αυτός που χάφτει αλεύρι. Ο άχρηστος που χάφτει ότι του λες.,
Χάχλα (η),(γη)  = Πλασμένο από τραχανά κομμάτι  σε διάφορα σχήματα όπως ρόμβοι και τρίγωνα. Αλλά κυρίως στρογγυλά κομμάτια ανασηκωμένο γύρω γύρω δίκην σταχτοδοχείου.
Χαψί (του)=Ο γαύρος.Από την Τ;ουρκική λέξη  hamsi=γαύρος.
Χειμουν(j)κό (του) = Το πεπόνι
Χίζ (του)=Η φόρα. Από την Τουρκική λέξη hiz=ταχύτητα
Χλιάρ(του) =Από το κοχλιάριον. Το κουτάλι. Παλιά λέξη.
Χλιμπουνιάρς (η),(γη),(ου)=Ο αρρωστιάρης, ο χλωμός.
Χλιουμίτζα (η),(γη))= Η παχύρρευστη  διάφανη μάζα που βγαίνει πάνω στον κορμό των δένδρων για να προστατεύσει τα δένδρα στα σημεία που υπάρχουν σκασίματα.Αλλά και η γλυστρίδα.Ίσως παράφραση της τουρκικής λέξης semisotu=γλυστρίδα
Χλίτζους (η),(γη),(ου) =Ο πηλός. Πιθανά από την Τουρκική λέξη kil=πηλός
Χόσκου (του)=Το ξινισμένο
Χουλιάζου ή Χουλιώ=Από τη χολή. Αυτός βγάζει χολή λέμε.Είναι τόσο θυμωμένος που βγάζει χολή. Παρεξηγιέμαι με κάποιον και δεν μιλάμε.
Χουνί(του) =Το χωνί.
Χουν(j)ιφτάρ (του)=Χωνευτάρι. Το στομάχι Λέμε π.χ.Έσφαξα κι όρθα τσι τσου βγαλα τσι του χουνιφτάρ τσ=έσφαξα την κότα και της έβγαλα το στομάχι της.
Χουρεύιν(j) = Χορεύουν
Χουρσ(j)ιά (η),(γη) =Ο χωρισμός απο ερωτική σχέση,αρραβώνα ή γάμο.
Χουρτάρ (του) =Το χορτάρι
Χουσμέτ (του) = Η εξυπηρέτηση.Απο την Τούρκικη λέξη hismet=εξυπηρέτηση
Χουτζιρές (η),(γη)= Το συρτάρι που έβαζαν οι καφετζήδες αλλά και άλλοι επαγγελματίες τα λεφτά 
Χράμ (του) =Το φτηνό υφαντό χαλί κυρίως από κουρέλια αλλά και  καλλίτερης ποιότητας; για; άλλες χρήσειςΑπό  την Τουρκική λέξη ihram=μάλλινο πολύχρωμο υφαντό
Χρέηγ(j)γτα (τα)=Τα χρέη
Χρείγια (η),(γη) = Προέρχεται από τη λέξη χρεία  =Ανάγκη. Είναι η τουαλέτα.
Χρίζου =Βάφω με υδράσβεστο. Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο ρήμα χρω=βάφω από τους εκπροσώπους  της εκκλησίας που άλειβαν (έχριαν) τους πιστούς με μύρο ή λάδι.
Προήλθε μάλλον από τη χρήση της λέξης 
Χτεύου =Φυτεύω
Χτιτσιό (του)=Το χτικιό.Η φυματίωση. Aπό τη Μεσαιωνική Ελληνική λέξη κτικιό(πηγή:βικιλεξικό)
Χρώ=Βάφω 
Χύνου  = Εκτός από τη συνήθη έννοια του χύνω π.χ. το νερό χρησιμοποιείται και για το ξήλωμα παλιών ή και κακών πλεχτών. Π.χ.έχ(j)σα ένα πουλόβiρ τσ' έκανα ένα μιγάλου κβάρ που σημαίνει ότι διέλυσα ένα πουλόβερ και έγινε ένα μεγάλο κουβάρι νήμα.



                                                            ΨΙ(14)

Ψ(j)ακώνω =Δηλητηριάζω
Ψ(j)ατσή (η),(γη)= Το δηλητήριο
Ψατσίτις (οι),γοι)=Όλα τα δηλητηριώδη μανιτάρια
Ψεμ-ψεμ =  Στα ψέματα.
Ψη (η)(γη)=Η ψυχή. Πολλές φορές λέμε<< να φάγου κατ να πιάσου κ(j)' ψή μ)=Να φάω κάτι να πιάσω την ψυχή μου ,να μη ξεψυχήσω
Ψήφις (οι),(γοι)=Οι χάντρες 
Ψιρκόγαλου (του) =Η αλευρόσουπα
Ψλου=Ψιλο,πρώτο συνθετικό λέξεων που έχει την έννοια του λίγου όπως:ψ(j)λουμιτάνιουσα=ψιλομετάνιωσα ψλουμιτάνιουσα= ψιλομετάνοιωσα=σχεδόν το μετάνιωσα
Ψ(j)λουρουτώ = Ρωτώ κάποιον με κάποια δυσκολία
Ψ(j)νουγούλια (τα)=Οι βρούβες
Ψούδ (του) =Το πολύ σκοτάδι
Ψυρούτ(j)ς (του) =Έδεσμα με γάλα αλεύρι και μερικές φορές με τη χρήση κάποιου γλυκού με τη μορφή της κρέμας περίπου.
Ψ(j)χός (η,(ου),(γη)=Το ψυχοσάββατο
Ψαλλδέλ(j) (του)=Το μικρό ψαλίδι κανονικά αλλά και η πολυλογία ή η μεγάλη ευχέρεια λόγου μικρού παιδιού.Π.χ. Αυτουνού του παιδιού η γλώσσα κόβ σα ψαλδέλ(j)=Aυτού του παιδιού η γλώσσα είναι μοναδική στην πολυλογία και στην ταχύτητα.

                                                       ΩΜΕΓΑ(2)

Ώχα =Παρατήρηση σε κάποιον που πέφτει επάνω σου η πάνω σε κάποια αντικείμενα απο απροσεξία και σημαίνει βλέπε μπροστά σου.Λέμε ώχα βρε βοδ δε βλέπς=Ώχα βρε βόδι,δε βλέπεις.Αλλά λέγεται και στα βόδια στο αλώνι ή στο όργωμα ως παράγγελμα για να να μην παρεκλίνουν.
Ώρις=Σημαίνει αυτό έλειπε π.χ. Ώρις να πεις πους σι ζλεύγου=Αυτό έλειπε να σκεφτείς πως σε ζηλεύω.

1301 λήμματα