Translate

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017

68.ΨΑΠΦΑ (SAPPHO) σε ποίηση Παναγιώτη Γ.Παπαδέλλη


SAPPHO 

The eyes of my soul,
Of my galloping fantasy,
See alive your airy form
Between the paths of your birthplace,
On the hard rocks of enceladus nemesis.

They see you walking beside the deserted costs,
Embraced with your lyre,
Gathering scattered sounds and images
To transform them into immortal rhyms,
In hymns of joy of life.

 My hart in love strikes me without rhythm,
And  the structure of my body is disrupted
When I come again and again to your eternal shadows,
Inside  the burnt bramble of your visions.

I also have a great desire to touch your gown 
Where the well-folded tucks
Describe your curved divine beauty,
Obeying the intentions of the greedy winds.

The winds that you listened to chisel the rocks of Ordymnus
During to your sleepless nights,
Rounding his beeps,
That their elaborate Doric thorns
Stubbornly refused their every move.

I stand on the edge of  the cliff,on your  good looking position
To the hillocks of Chios 
And to the green waters of Eressos 
With the oleanders of my perpetual nostalgia.


The oleanders you see το expire  from love
In the huggings of the thersty willow
And to flirt in the calls 
In the magic witchcraft of the intoxicating grove.

I see you send signals
On the ships of the ancient conctors,
On the rowing of the Argonauts,
Shaking your alabaster hand
Among the Aegean open sea-sharks.

But the breeze that caress my body
You are, the omnipotent muse,
Next to me at the edge of the sea,on the pebbles
They baste  between your sandals.

It is you who recite the divine verses
Your unconventional escape,
Your  joining in the delimitation of ideals,
Everyone who changes the world,
Those who heat the souls
And they bring them closer to the supreme,the divine.
Closer to you.

Anemotia -Lesvou July 2013
 In my birth house
 
Ψάπφα         

Τα μάτια της ψυχής μου,
Της καλπάζουσας φαντασίας μου
Βλέπουν ζωντανή την αέρινη  μορφή σου                   
Ανάμεσα στα  μονοπάτια της γενέθλιας γης σου,
Πάνω στα σκληρά βραχοτόπια της νέμεσης του εγκέλαδου.
                                                            
Σε βλέπουν να περπατάς δίπλα στα  ερημικά ακρογιάλια,
Αγκαλιά με τη λύρα σου
Μαζεύοντας σκόρπιους ήχους και εικόνες
Για να τα  μετουσιώνεις σε αθάνατες ρίμες,
Σε  ύμνους  της χαράς της ζωής.
                                                            
Η ερωτευμένη καρδιά μου χτυπά χωρίς ρυθμό
Κι αναστατώνεται  η δομή του κορμιού μου
Σαν έρχομαι ξανά και ξανά στους αιώνιους ίσκιους σου,
Στην καιόμενη βάτο των οραμάτων σου.
                                         
Λαχταρώ ακόμα ν’ ακουμπήσω την  εσθήτα σου,
Που οι καλοδιπλωμένες πιέτες της
Διαγράφουν την καμπύλη θεϊκή ομορφιά σου,
Υπακούοντας στις προθέσεις των άπληστων ανέμων.

Τους ανέμους που άκουγες τις άγρυπνες νύχτες σου
Να σμιλεύουν  τους βράχους του Όρδυμνου,
Στρoγγυλεύοντας  τις αστιβές του,
Που τα περίτεχνα Δωρικά αγκάθια τους
Αρνούνταν πεισματικά κάθε τους κίνηση.
                                                                                                                       
Στέκομαι  στην άκρη του βράχου, στο αγνάντι σου
Προς τις  αχνογραμμές της Χίου
Και προς τις  πράσινες νεροσυρμές της Ερεσού
Με τις πικροδάφνες της αέναης νοσταλγίας μου.

Τις πικροδάφνες που έβλεπες να ξεψυχούν από έρωτα
Στ’ αγκαλιάσματα της διψασμένης ιτιάς
Και να   ερωτοτροπούν στα καλέσματα,
Στα  μαγικά γητέματα της μεθυστικής αλυγαριάς.                                                         
                                                         
Σε βλέπω να στέλνεις σινιάλα  
Στα καράβια των αρχαίων κονκισταδόρων,
Πάνω στη ρότα των Αργοναυτών,
Κουνώντας  το αλαβάστρινο χέρι σου
Ανάμεσα στους Αιγαιοπελαγίτικους θαλασσόκρινους.
                                                        
Μα και η αύρα που χαϊδεύει το κορμί μου
Είσαι συ πανανθρώπινη μούσα,
Δίπλα μου στην άκρη του γιαλού, πάνω στα  βότσαλα
Που μπερδεύονται ανάμεσα  στα σανδάλια σου.

Είσαι συ που απαγγέλεις τους θείους στίχους
Της αντισυμβατικής απόδρασής σου,
Της μέθεξής σου στην οριοθέτηση του ιδεατών,
Όλων όσων  αλλάζουν τον κόσμο,
Όσων ζεσταίνουν τις ψυχές
Και τις φέρνουν πιο κοντά στο υπέρτατο, το θείο.
Πιο κοντά σε σένα .

Ανεμώτια Ιούλιος 2013


67.SAPPHO -ΣΑΠΦΩ σε ποίηση Παναγιώτη Γ.Παπαδέλλη

Σαπφώ
                                                      

Ζεστό αγέρι απ’ το Μπαμπά                                                
εσένα Σαπφώ αναζητά,
στη Σκάλα τα λυτρίδια αναδεύει
αγάπη να’ βρει ν’ αγαπά.                  
                                                                                
Πού’ σαι  νεράιδα  πού’ σαι λιγνή                                       
γλυκιά του έρωτα αγνή,
έλα στον έρημο γιαλό
εδώ στην άκρη στην πηγή.
                       
Σου φέρνω κτύπους των ψυχών,
υγρούς καϋμούς των δελφινιών,
του κάμπου φέρνω μυρουδιές,
σκιρτήματα των κοριτσιών.

Δώσ’ μας τραγούδι της καρδιάς,
τον έρωτα ψάλλε της ιτιάς,
με στίχους θείους Αιολικούς
κι ύστερα φύγε μονομιάς.

Αύγουστος 2003

Βόλος

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

64.ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΛΙΜΠΙΓΙΑΝΘΣ ΚΑΙ ΑΜΙΡΣΩΣ



64.ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΣ’ ΛΙΜΠΙΑΝΘ’Σ(ΟΛΥΜΠΙΑ) ΚΙ ΤΣ’ΑΜΙΡΣΩΣ(ΑΜΕΡΔΗ)

Μια φουρά πα στου σκαλουπάτ’ τσ’ ουξώπουρτας καθούνταν’ δυο γ’τόνσις. Η Λιμπιάνθ’ τσ’ η γ’Αμιρσώ.
-Μουρ’ Αμιρσώ, λέγ’ η Λιμπιάνθ’, γιατί μουρή βαστάς μι τα δυο σ’ χέρια τα μάγλα’ς  τι έχ’ς;
-Τι δεν έχου να ρουτάς. Ι καφές σώσ’τσι, η ζάχαρ’ δεν απόμνι, του Πιπινιό μας έφταξι, η Ασημίνα θέλ’ παντρειά, ι Μόλας μπουρκλαντίστσι τσ’ ως γίνκαμι.
-Ε…έχ’ ι Θιός μουρ’ Αμιρσώ……
-Μουρ’ Λιμπιάνθ ι Θιός έχ’ ιγώ δεν έχου. Τσ’ απ’ του δίτσου τ’. Λουγαριάγ’ς απου πότι έχου να πατήσου σκι’ ακκλησιά; Τα παπούτσια μ’ θέλιν μυτισόλις αλλά νταβούλ’ να γέν’ τώρα καλουτσαίριασι δε πειράγ’. Για να πας όμους σκι’ ακκλησιά κι δραχμή σ’ δε κ’ θέλ’ς για ν’ ανάψ’ς ένα τσιρί στ’ Αγιοί, ένα στου βαγγέλιου τσ’ ένα σ’τσ’απιθαμέν’;
Του θέλιν βλέπ’ς τσ’ αυτοί. Γι’ αρχόγκ’ όμους ένι κάθι Κυριακή σκι’ ακκλησιά τσ’ ανάβιν’ να……κάτ’ λαμπάδις. Έφτιν’ δίνιν στου Θιό τσι τουν δίν’ τσ’ αυτός.
-Άκσιμι μουρ’ Αμιρσώ τι σ’ λέγου έχ’ ι Θιός.
-Αγ αφού μ’του λέγ’ς ισί θι ν’απαντέχου αλλά να ξέρ’ς ουμούτ δεν έχου.
Άιντι να παγαίνου τώρα μέσα να σβάλου κ’ φουτιά μινι ζούφσι τσ’αργήσ’ να γέν’ του φαγί τσ’ύστιρα ποιος ακού του Μόλα.
Μι τ’ν αύριου κάθιτι πα στου σκαλουπάτ’ γι’ Αμιρσώ τσι πιρνά τσείν’ κι
ώρα η Λιμπιάνθ’. Τσ’ φουνάγ’.
-Έλα μουρ’ Λιμπιάνθ’ να σ’πω να γιλάγ΄ς τσι συ. Δε σου’πα. Ι Παντιλίς ι γιόζιμ’ πήρι τα βόδια τσι του ζυβγάρ’ τσι πήγι σ’τσι Γέρας τα χουριά να κάν’ κάνα μιρουκάματου. Ψες είχα γράμμα τ’ τσι τι μ’γραφ’ αν αγαπάς ι βλουγιμένους;
-Τι σ’γράφ’ μουρ’ Αμιρσώ θα μι σκάγ’ς
-Έχι υπουμουνή μουρ’ Λιμπιάνθ’ τσι θα σ’ πω. Μ’ γράφ’ που λέγ’ς «Άσι μάνα μ’ τι έπαθα που να στα λέγου…….Άμα ήρτα που λέγ’ς σκι Γέρα,  μι πλησιάγ’ ένας Γιραγώκ’ς για να πάγου να τ’ζυβγαρίσου του χουράφ’τ. Καλός άθριπους τσι πληρουτής. Άμα τέλειουσα ήρτι του βράδ’ στου καφινέ μι πλήρουσι, μι τσέρασι τσ’ ένα καφέ τσ’ ύστιρα τι γυρίγ’ τσ’ μ’λέγ’ νουμίγ’ς. Απ’αύριου θέλου να πας να κάν’ς τσι τσι γναίκαζιμ’ του πράμα. Αμά θέλου να του κάν’ς πουλύ καλά. Σάϊστα μουρ’ μάνα αλλά δε μίλξα τίπουτα για να δω που του πα. Όμους δε μούπι τίπουτα άλλου.
Άμα πάϊτσι τ’ αφιντικό ύστιρα απού λίγου μπαίν’ μέσ’ τουν καφινέ τ’ Κατιρνέλ’ ι γιός. Τ’γνέφου να’ ρκ’. Έλα βρε έδιου πέρα να σ’πω. Τούτου τσι τούτου έπαθα αμά δε μίλξα καθιόλ’ τ’λέγου. Καλά έκανις τσι δεν είπις τίπουτα μ’ λέγ’ αυτός γιατί άμα σούπι να κάν’ς τσι γναίκας του πράμα σούλιγι για του χουράφ’τσ’. Στα μέρ’ μας τα χουράφια τα λέμι πράματα.
Αυτά που λεγ’ς έπαθι ι κακουρίζκους ι γιόζιμ, λέγ η Αμιρσώ, τσι μι χειρότιρα τσι βάζιν τσι δυό τα γέλια. Γιλούσαν τόσου δυνατά π’  ακούσκαν σ’ούλ’ κ’ γειτουνιά.                                     
(Αληθινή ιστορία που τη διηγήθηκε μια μέρα στον πατέρα μου η θεία Γαρφαλλιούδα Κουτζαβεκιάρη….……..Ω!!!! Σουσάνα είπε στη μητέρα μου γελώντας που είν’ ι Νίκους να τ’πω τι έπαθι ι Στέλιους…

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

63.Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ ΣΤΗΝ ΑΝΕΜΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΙΧΑΚΙΑ ΠΟΥ ΑΠΑΓΓΕΛΟΝΤΑΝ

63.Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ ΣΤΗΝ ΑΝΕΜΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΣΤΙΧΑ ΠΟΥ ΑΠΑΓΓΕΛΟΝΤΑΝ



 Όλα τα κείμενα είναι της αξέχαστης Σουσάνας Κεραμιδά-Λασκαρίδου και μου τα παραχώρησε με 
ευγένεια η κόρη της η Μαρία που τα άκουσε και τα κατέγραψε.

   Η λέξη «Κλήδονας» προέρχεται από την αρχαία λέξη «Κληδών», που κατά τον
 Όμηρο σημαίνει μαντικό σημάδι, προφητεία.
       Το βράδυ, λοιπόν, της παραμονής του Αη Γιαννιού δυο-τρία κορίτσια της
γειτονιάς πηγαίνουν και φέρνουν ένα σταμνί νερό από τρεις βρύσες του 
χωριού. Προσέχουν πολύ στο «σύρε κι έλα»  να μη βγάλουν μιλιά από το στόμα 
τους, ούτε να γελάσουν γι’ αυτό και το νερό λέγεται «αμίλητο».
       Όμως κάποιοι νεαροί παραμονεύουν στα σοκάκια και προσπαθούν με 
διάφορα αστεία, δίστιχα συνήθως, να κάνουν τα κορίτσια να σπάσουν τη σιωπή 
τους «Αν μαθ΄ ι στσύλους γράμματα τσι η γάτα να διαβάζ’ τότι τσι                                
συ θα παντριφτείς να κάν’ ι κόσμους χάζ’», «Δε σε καταχρειάζουμι για γούρνα 
στου πηγάδ’ για ν’ ανασέρνου του νιρό να πίνουν οι γαϊδάρ’», «Έχ’ς
δυο μάτια σαν αυγά τσι χείλια σα βαρέλια όποιους γυρίσ’ τσι συ δει ξηραίνιτι στα γέλια»,. 
       Ξεπερνώντας αυτή τη δοκιμασία, οι κοπέλες με το αμίλητο νερό  πηγαίνουν
στο σπίτι, όπου έχουν μαζευτεί όλα τα κορίτσια της γειτονιάς και αδειάζουν το 
νερό σ’ ένα πήλινο πιθάρι. Κάθε κοπέλα ρίχνει μέσα ένα προσωπικό της αντικεί-
μενο, «ένα σημάδι της» (δαχτυλίδι, παραμανάκι, σκουλαρίκι), το οποίο 
το έχει μελετήσει για κάποιο πρόσωπο που την ενδιαφέρει.
      Σκεπάζουν το πιθάρι  μ’ ένα κόκκινο μαντήλι , δένουν το στόμιό του με μια 
αλυσίδα με κλειδαριά , το στολίζουν με τριαντάφυλλα και γαρύφαλλα και το 
βάζουν κάτω από μια τριανταφυλλιά για να το βρει τ’ αγιάζι και να το δουν 
όλο το βράδυ τ’ άστρα, να ξαστριστεί, λέγοντας «Κλειδώνουμι του Κλήδονα 
στ΄Αγιού Γιαννιού τη χάρη κι όποια είνι καλουρίζικη να δώσει να τουν πάρει». Το πρόσωπο που θα δουν το βράδυ στ’όνειρό τους είναι κατά πάσα πιθανότητα εκείνο
που θα παντρευτούν.
       Τ’ απόγευμα της  άλλης μέρας, ανήμερα τ’ Αη Γιαννιού, αφού βασιλέψει ο 
ήλιος μαζεύονται στη γειτονιά όλες οι ανύπαντρες κοπέλες καθώς και άλλα 
άτομα, συγγενείς και γείτονες, για ν’ ανοίξουν τον Κλήδονα. Ένα κοριτσάκι, που 
έχει και τους δυο γονείς του, ντυμένο νύφη ανοίγει τον 
Κλήδονα λέγοντας.                                   

«Ανοίξατι του Κλήδονα στ΄Αγιού Γιαννιού τη χάρη κι όποια είνι καλουρίζικη ας 
έρθει να τουν πάρει».
Η μικρή νύφη βάζει το χέρι της στο πιθάρι ανακατεύει τα αντικείμενα και τα 
βγάζει ένα-ένα. Τότε κάποια γυναίκα από τα παρευρισκόμενα άτομα, με 
περιπαιχτικό ύφος και σπιρτάδα, απαγγέλλει κάθε φορά ένα ανάλογο 
δίστιχο σκωπτικού  κυρίως ή ερωτικού περιεχομένου πιστεύοντας ότι αυτό το 
δίστιχο προμηνύει το μέλλον της κοπέλας  στην  οποία ανήκει το αντικείμενο.
      Φανάρι παλιουφάναρου δίχους αγέρα κνιέσι, δίχους να πω πους σ’ αγαπώ 
λιέσι, τσι του καφτσιέσι
      Έλα μπαμπά μου γρήγορα, μη κάθισι στα ξένα τσ’ ανοίξαν τα τριαντάφυλλα
τσι τα κρατώ για σένα
       Πάνου σι πρινουκούτσουρου έχτισα τη φουλιά μου, τσι σ’ αδιαφόριτου 
κουρμί έριξα του σιβντά μου.
       Όλου του κόσμου γύρισα επήγα και στη Γιάφα, πουλλές αγάπις έκανα μα 
σα κι σένα Α! Α!……
      Μήπους θαρείς πους σ’ αγαπώ κι ήρθα να τραγουδήσου, ι γάϊδαρους 
μ’ δίψασι τσι ήρθα να του πουτίσου.
  Θεέ μου βρέξι κάστανα βρέξι τσι καρύδια να πιταχτούν οι έμουρφις 
όλις στα παναθύρια.
  Του Καλοκώστα του νιρό είπαν πους έχ’ αβδέλλις, μα τσείνου ήταν ψέματα
 έχ’ όμουρφις κουπέλις.
      Στη γειτουνιά σου τραγουδώ τσι μη του πάρεις βάρους ου φίλους μου σι 
αγαπά κι έχου κι γω του θάρρους.
     Καλά κανα τσ’ αγάπησα μέσα στη γειτουνιά μου, νάχου τουν ύπνου διάφουρου τσι του φιλί κουντά μου.
     Στη γειτουνιά μου σ’ έχου γω στη πόρτα μ’ απουπάνου, μήτι παπούτσια 
κατιλώ μήτι τουν ύπνου μ’ χάνου.
    Άσπρη είσι σα του φούρνου μας τσι σα του μαγειριό μας, μιλαχρινό τσι 
νόστιμου ουσάν του γάϊδαρό μας.
    Σα ξηραθεί η θάλασσα τσι βγούνι οι κουχίλις, τότι θα βγει τσι η αγάπη μου
μη τσι στραβές τσ’ αχείλις.
     Σα βάλ’ ι βαθρακός βρατσί τσι γι’ αχειλώνα μπούστου τότι θα παντριφτίς 
τσι συ να καν’ ι κόσμους γούστου.
    Καρσί μου τσι αντίκρυ μου τσι πλάι μου την έχου τη νέα που μι λάβουσι τσι γιατριμό δεν έχου.                                                            
   Μικρή σαρδέλα βρωμερή, σουπιά τηγανισμένη και καρακάξα του γιαλού 
κανένας δεν σε θέλει
   Έχεις δυο μάτια σαν αυγά και χείλια σαν βαρέλια όποιος γυρίσει και 
σε δει ξεραίνεται στα γέλια.
   Τα κουπιλούδια τ’ς Μυτιλήν’ς λουλούδια είνι ούλα, μα πούλα 
τ’ ουμουρφότιρου τ’ς μανούλας είν’ η κουρούλα.
   Μάτια μου γλυκά μου μάτια κι αηδονάκι πλουμιστό, κάλιο να με πάρει ο 
Χάρος παρά να σε αρνηθώ.
    Καινούργια αγάπη και παλιά με βάλανε στη μέση, γυρίζω βλέπω τη 
παλιά καινούργια δε μ’ αρέσει.
    Στραβά φουράς του φέσι σου τσι πλάι του βρακί σου φράγκου δεν έχει η 
τσέπη σου ποια είν’ η προκοπή σου.
               

      Τα κορίτσια ακούγοντας τα δίστιχα αντιδρούν ανάλογα με το περιεχόμενο 
(γελάνε χαίρονται ή απογοητεύονται).

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

62.ΠΟΙΗΣΗ Ένα Β!Βραβείο Ποίησης της UNESCO Ζακύνθου,Κεφαλληνίας,Ιθάκης με θέμα τον Διονύσιο Σολωμό

Σολωμός.O σαλπιστής της λευτεριάς
Κι ο νικητής της ζωντανής γλώσσας


Τύχη καλή ώ  Ζάκυνθε που
Τα χώματά σου γέννησαν, ανέθρεψαν
Και δέχθηκαν μέσα τους  Άνδρα Έλληνα,
Σοφό ,σαν τον Διονύσιο Σολωμό.
Οι σπόροι που έφερε από τη Δύση
Ήλθαν κι ανακατεύτηκαν με τη λαϊκή ψυχή σου,
Κι απέκει ανέβλυσε φως, φως ανέσπερο,
Που ξεχύθηκε ολούθε τριγύρω σου .
Με τη  μαγική, ανεπανάληπτη γραφίδα του
Αυτός ο μύστης  της νέας άνοιξης του Έθνους ,
Έκανε το θαύμα της νεκρανάστασης 
Της αξεπέραστης Ελληνικής ποίησης,
Tης σκλαβωμένης Ελληνικής σκέψης .
Tο ακρωτήρι της δημιουργίας του
Έγινε ο φάρος που με τις αναλαμπές του
Υπενθύμιζε  στους  Ελεύθερους Πολιορκημένους
Πως  είχαν μια μόνο επιλογή,
Αυτή που οδηγούσε στο όνειρο ή στη θυσία.
Εξάλλου οι ήχοι που έρχονταν από τις ντουφεκιές
Που έπεφταν απέναντι, στον τόπο του μαρτυρίου
Είχαν μέσα τους τη μυρωδιά της νέας άνοιξης ,
Tο σχήμα του ουράνιου τόξου της παλιγγενεσίας .
Κι ο Εθνικός μας τροβαδούρος  την οσφρίζονταν 
Πως όπου να’ ναι έρχεται,
Ότι κι αν γίνει ,όσο αίμα κι αν χυθεί.
Κι οι στίχοι του Υμνητή της Ελευθερίας
Μαζί με τα τραγούδια του για της θυσία
Του ονειροπόλου ποιητή Μπάιρον
Αυτόν τον στόχο υπηρετούσαν, κι αυτόν πέτυχαν.
Έκαναν αδύναμα τα κανόνια της ημισέληνου που κατέρεε,
Για να κυματίσει στους ιστούς της Ελλάδας 
Η γαλανόλευκη ιδέα.

Bόλος Απρίλιος 2016
Δεύτερο Βραβείο Ποίησης του διεθνούς διαγωνισμού
Unesco Zaκύνθου,Ιθάκης,Κεφαλληνίας 2016.



Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2016

61.ΜΕΛΟΠΟΙΗΣΙΜΟΙ ΣTIXOI ΕΠΑΙΝΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΚΟΠΕΛΟΥ (ΚΑΙΣΑΡΙΟΣ ΔΑΠΟΝΤΕΣ)ΤΙΤΛΟΣ <><ΑΔΙΚΗ ΕΚΔΙΚΗΣΗ>>

Άδικη εκδίκηση

Νύχτα που με καταστρέφεις                
Προσδοκίες μου εκτρέφεις               
Πόσο εύκολα τις ώρες μου μετράς. 

Μου ζητάς να την ξεχάσω                
Τα φιλιά της να ξεβάψω                    
Προσωπείο να φορέσω της χαράς.

Bγαίνω αργά μέσα στους δρόμους
Με τους  άγραφους  τους νόμους
Που ο έρωτας  πουλιέται στις γωνιές.

Παγωνιά και υγρασία
Πόντους παίρν’ η απελπισία
Και το βλέμμα μου φαντάζει απλανές.

Η καρδιά μου πληγωμένη
Συνεχίζει μα σκληραίνει
Για να πάψει το κορμί μου  να πονά.

Δεν μου φταίνε αθώα μάτια
Να  τα σπάζω σε κομμάτια
Μα η  σκιά της πάντα θα με τυρρανά .

Με εγκλώβισε μια δίνη
Που καθημερνά με κλείνει
Σ’ ένα δίχτυ που δεν έχει διαφυγή.

Θα παλέψω τη ματιά της
Τα αξέχαστα φιλιά της

Μα η μάχη μεγαλώνει την  πληγή.

Παναγιώτης Γ.Παπαδέλλης
Έπαινος
Ε! Πανελλήνιος Διαγωνισμός Ποίησης
<<Καισάριος Δαπόντες>>
Σκόπελος

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

60.ΔΗΜΩΔΗΣ ΠΟΙΗΣΗ ΣΩΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΕΙΜΝΗΣΤΗ ΣΟΥΣΑΝΑ ΛΑΣΚΑΡΙΔΟΥ



                                                                        

 1.ΝΤΙΝΤΙΚΛΙΑ (Το χόρευαν οι αδερφές Αλεξ. Ασλάνη & Χριστ. Χατζηναθαναήλ)

Να σε ζωγραφίσω θέλω μέσα στη παλάμη μου (δις)
για ν’ ανοίγω να σε βλέπω ω χρυσό κανάρι μου
αμάν Ντιντικλιά

Ντιντικλιά Ντιντικλιά θα σε κλέψω μια βραδιά
Ντιντικλιά Ντιντικλιά είσαι όλο τσαχπινιά

Στα ματάκια σου κοιμούμαι στα φρυδάκια σου ξυπνώ (δις)
και στ’ αγγελικό σ’ κορμάκι σκλάβος θε να πουληθώ
αμάν Ντιντικλιά

Ντιντικλιά Ντιντικλιά θα σε κλέψω μια βραδιά
Ντιντικλιά Ντιντικλιά είσαι όλο τσαχπινιά

Τα ματάκια σου μικρό μου χαμηλά κοιτάζουνε (δις)
σα γυρίσουν και με δούνε στη καρδιά με σφάζουνε
αμάν Ντιντικλιά

Ντιντικλιά Ντιντικλιά θα σε κλέψω μια βραδιά
Ντιντικλιά Ντιντικλιά είσαι όλο τσαχπινιά

Όταν πω για τ’ όνομα σου δεν το ξέρω το γιατί (δις)
κόβονται τα ήπατά μου κι καρδιά μου αδυνατεί
αμάν Ντιντικλιά

Ντιντικλιά Ντιντικλιά θα σε κλέψω μια βραδιά
Ντιντικλιά Ντιντικλιά είσαι όλο τσαχπινιά

Ήθελα να σ’ ανταμώσω να σου πω τα πάθη μου (δις)
να σου πω και τους καϋμούς μου να με κλαις αγάπη μου
αμάν Ντιντικλιά                     

Ντιντικλιά Ντιντικλιά θα σε κλέψω μια βραδιά
Ντιντικλιά Ντιντικλιά είσαι όλο τσαχπινιά

Ήθελα να σ’ ανταμώσω μ’ έπιασε ψιλή βροχή (δις)
μ’ έπιασε και το χαλάζι αχ αγάπη μου χρυσή
αμάν Ντιντικλιά

Ντιντικλιά Ντιντικλιά θα σε κλέψω μια βραδιά
Ντιντικλιά Ντιντικλιά είσαι όλο τσαχπινιά

Ας ερχόσουνα βρε ψεύτη κι ας γινόσουνα παπί (δις)
ρούχα είχα για ν’ αλλάξεις στρώμα για να κοιμηθείς
αμάν Ντιντικλιά

Ντιντικλιά Ντιντικλιά θα σε κλέψω μια βραδιά
Ντιντικλιά Ντιντικλιά είσαι όλο τσαχπινιά
Kαρσιλαμάς Αγίας Παρασκευής Λέσβου


2.Ο Παναγιώτης

Σήκω φύγε Παναγιώτη
πια μην κάθεσαι
η μαμά μου να σε διώξει
τ’απεφάσισε.

Πέντε χρόνια μ’ έχεις σκλάβα
και με τυραννάς
το κατάλαβα ρε μάγκα
πως δεν μ’ αγαπάς.
                                                                               
Μ’ άλλονε θα με παντρέψει
θα στεφανωθώ
και από σένα Παναγιώτη
θα λευτερωθώ.


Ο Κυνηγός

Κυνηγός που κυνηγούσε
σ'ένα δάσος μιά φορά
έτυχε να συναντήσει
μια μικρή καλογριά.

Καλογραία τ’ όνομά σου
τ’ όνομά σου επιθυμώ
ας το μάθω κι ας πεθάνω
μεσ’ το ερημοκκλήσι αυτό.

Τ’ όνομά μου δε στο λέω      
γιατί θα με λυπηθείς
γιατί εσύ ήσουνα αιτία
καλογραία να με δεις

Πέντε και τριάντα πέντε
και πενήντα και οκτώ
όταν θέλεις να το μάθεις
τ’ όνομά μου είν’αυτό

Όπου δεις δυο κυπαρίσσια
και στη μέση ένα σταυρό
εκεί έχουνε θαμμένο
το μικρό το κυνηγό

Όπου δεις δυο κυπαρίσσια
και στη μέση μια ιτιά
εκεί έχουνε θαμμένη
τη μικρή καλογριά.

Το ποίημα είναι  παραλλαγή του λαϊκού ποιήματος
από το χωριό Κερί της Ζακύνθου.Έχει μελοποιηθεί και
τραγουδιέται ως επταννησιακή καντάδα.




Tα κείμενα μου το παραχώρησε ευγενικά η κόρη
της αείμνηστης Σουσάνας ,η Μαρία Νικολάου Λασκαρίδη.
Την ευχαριστώ τόσο εγώ όσο και όσοι το διαβάσουν.