Translate

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

58.ΛΑΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΕΜΩΤΙΑ .Διήγηση Ραλλίτσας Κάλφα-Καλιδώνη

               Η ΜΑΣΤΡΑΦΕΤΣ


            Μια φουρά τσ’ένα τζιρό ήνταν(j) ένα ζιβγάρ που είχαν ένα κμάσ(j)   μι όρθις τσ’ένα πικ(j)νό.Μια μέρα πήγι γι’άλιπού στου κμασ τσ’έφαγι  πουλλές όρθις. Λέγ’ η γ(j)ναίκα στουν άντρα τσ. Πρέπ να πάρουμι ένα γάτου να τουν(j) βάλουμι να φλάγ(j) του κμάσ(j).
Βάλαν(j) του γάτου του Mαστραφέτ’ όξου απ’του κμά(j)σ .Μόλις ήρτι γι’αλιπού σαλτίγ(j) η μαστραφέτς πά σκι’αλιπού τσι τσ’έγδαρι κι’ προυβιά τσ. Γι’αλιπού άρχισι να κλαί τσι να παρακαλεί του Μαστραφέτ να κι’αφήσ(j) να πα στα αλιπουδέλια τσ για  να μη πιθάνιν απ’ κι’ πείνα. Τουν(j) κατάφιρι τσι τουν(j) πήρι μαζίτσ τσι πήγαν σκ’φουλιά τσ’ αλιπούς.Τουν τάϊζ, τουν πότζι, τουν είχι άρχουντα. Μια μέρα πιρνά απ΄ κ(j) φουλιά τσ’αλιπούς η λύκους.Βγαίν γι’αλιπού τ’λέγ’μη μλάς τσι τσμάτι η Μαστραφέτς.Πιρνά του τσιακάλ(j) βγαίν(j) τ' λέγ μη μλάς, τσ(j)μάτι η Μαστραφέτς.Πιρνά του γουρούν τ’λέγ(j) μη μλάς τσμάτι η Μαστραφέτς.Πιρνά γι’αρκούδα βγαίν τσ΄λέγει μη μλάς τσμάτι η Μαστραφέτς.Μια μέρα ανταμώσαν όλα αυτά τα άγρια ζα τσι  λέγαν πιο ένι  αυτό του θηρίου που είναι πιο δυνατό απι μας. Ποιός ένι αυτός η Μαστραφέτς μαθέ. Πως θα γέν(j) να τουν(j) δούμι. Θα πάμι στoυ Κουσταντέλ σκ’ Καλή Λαγκάδα να πάρουμι μια κισίρα να τουν καλέσουμι να τ’ κάνουμι τραπέζ(j). Ποιός όμους θα πα να τουν καλέσ(j), ούλ(j)’ φουβούνταν(j).Η κλήρους έπισι στου λύκου. Πα χτυπά κι’ πόρτα τσ’ αλιπούς που ρουτά ποιος ένι. Ιγώ η λύκους ίμι. Τι θέλ(j)ς ?Ήρτα να σας καλέσου  γιατί έχουμι σγιαφέτ. Δε μπουρώ να σ΄πω γιατί τσ(j)μάτι η Μαστραφέτς.’ Αμα ξυπνήσ(j) θα τουν ρουτήσου τσι θα σ’πω. Μπαίν(j) μεσ’ κ(j) φουλιά λουγιάζ γύρου γύρου δε βλέπ κανένα θηρίου πούβιτα .Μόνου ένα γάτου μ’άπλουμένα τα πουδάρια να τσ(j)μάτι πα σ’ένα μαξιλάρ.H φουτιά αναμέν(j)  τσι γι’αλιπού να ξισάζ(j) τσι να κάν(j) δλιές. Σα ζιστάστσι η Mαστραφέτς  άπλουσι τα πουδάρια τ  .Νά τους βρε νιώσει η Mαστραφέτς λέγ(j) γι’αλιπού .Νιά ρ ρ ρ ρ κάν(j)’η Μαστραφέτσ . Άκ, τούτουν  δε τουν(j) έχου για τίπουτα λέγ(j) η λύκους. Τουν βάγ(j), τουν βγάγ(j), νίβιτι τσ(j) τ’δίν(j) πισέτα να σκουπστεί .Άμα έφαγι καλά τουν(j) ρώτσι.Τι θέλ(j) τούτους έδιου. Τούτουνα τσι τούτουνα.Mας κάλισι να πάμι  έχιν(j) τα θηρία σγιαφέτ. Τι λέγ(j)ς να πάμι? Πάμι λέγ η Mαστραφέτς.
Τίκι τομ, τίκι , παγαίναν(j).
           Στου δρόμου που παγαίναν(j), βλέπιν(j) τρία πλιά να πιτούν(j).Σαλτίγ(j) η μαστραφέτς τ’αρπάγ(j). Δίν(j) ένα στου λύκου, ένα σκ(j)’αλιπού τσ’ ένα πήρι ου Mαστραφέτς. Μόλις είδι τούτου η λύκους δεν μπόρισι ούτι     του φτύμα τ  να καταπιεί απ ‘του φόβου τ.
               Τικι τομ τίκι, τομ προυχουρούσαν(j).Σα φτάσαν(j) στου Πήγαδου βλέπ η Mασταφέτς ένα                    φίδ . Σαλτέρν(j) βάζ(j) κ(j)’γκατζούνα τ  τσι του σκουτών(j).  Μόλις τα είδι ούλα αυτά η                        η λύκους  φουβήθτσι πουλί κι τσ΄λέγ(j). Κάτσιτι να πάγου στ΄άλλα τα θηρία να                                     τσ’πω να σας προϋπαντήσιν. Μόλις πάητσι δεν λόγιασι καθιόλ πίσου απ’ του φόβου τ. Τα                    ίβρι  ούλα  να    μαγειρεύιν(j). Τσ’λέγ(j)  .Ιγώ  έχου  ζορ παγαίνου. Στουν ουρανό πιτούν(j) τα               πιάν(j) ,σκ(j)’γη   πουρπατούν(j) τα σκουτών(j). Ισί όμους τουν ίδις ,ιμίς δε θα τουν(j) δούμι                   λέγιν(j) τα άλλα τα ζα που  τσ’αυτά τα έκαναν(j) απ’του φόβου τουν(j)?
    Η αλιπού που έμεινι μι του μαστραφέτ μουναχή φουβήθτσι αλλά τι να κάν(j) πουρπατούσι μαζί τ. Η λύκους κρυμμένους πίσου απι κάποια κλαδιά, του τσακάλ(j)  χουμένου μές κι’σίκαλ(j) ,του γουρούν(θ) χώστσι μεσ’ σκ(j)’ λάσπ τσι φινόνταν μόνου του ένα τ’αφτί τ  τσι του ένα του μακ(j) τ. Έδουνα θα τσ’εύρουμι ,έφνα θα τσ’εύρουμι ,λέγαν(j) η Μαστραφέτς τσι γι’αλιπού αλλά δε φινόταν(j).πούβιτα.
         Κάποια στιγμή όμους του γρούν(j) του  τσίμπσι μια μιγάλ(j) μίγα και για να κ(j)’ διώξ(j) κούν(j)σι τ’άφτί τ. Η Mαστραφέτς μόλις του είδι σαλντσι πα στου γρούν(j). Τ’ άλλα πήραν(j) δρόμου τσι πήγαν μακριά πα στουν Άγιου Λια. Πουμέναν(j) η μαστραφέτς τσι γι’αλιπού. Πήραν μια κισίρα τσι πάγιναν(j) σκ’φουλιά να κ(j)’ μαγειρέψιν. Η αλιπού κατουρήθτσι απ του φόβου τσ μα δε τουλμούσι να καν(j) τίπουτα.
         Μιτά απου μέρις  ανταμώσαν(j) ούλα τα θηρία τσι ρουτούσαν(j) τόνα τ’άλλου αν ζούν(j). Ζούσαν(j) μεν αλλά από τότι είχαν(j) μιγάλου φόβου. Μόνο η  Μαστραφέτς ζούσι καλά  σαν πασάς σκ(j)’φουλιά    τσ’ αλιπούς που τουν(j) είχι μη σταξ τσι μη βρεξ(j),
Tσ(j)ι ζήσαν(j) αυτοί καλά  τσ(j)ι μεις καλλίτιρα. 
         

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

57.Λαϊκή Ποίηση:Aπό τον αμπελουργό Χρήστο Βαγή

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΓΕΡΟΥ

Βουρκώσανε  τα μάτια μου
Σαν γνώρισα ένα γέρο
Που μού’ πε πράγματα σοφά
Χωρίς να τονε ξέρω

Μια συμβουλή στον άνθρωπο
Δίνει προτού γεράσει
Να τη θυμάται πάντοτε                                               
Να μην τηνε ξεχάσει.

Άμα γεράσει ο άνθρωπος
Δεν τονε συμπαθούνε
Το θάνατο παρακαλούν
Να τον ξεφορτωθούνε.

Κράτα καημένε γέροντα
Τα περουσιακά σου
Γιατί μια μέρα θα βρεθείς
Στο δρόμο απ’τα παιδιά σου.

Ο μεγαλύτερος εχθρός
Γίνεται το παιδί σου
Και ο φίλος σου ο καλύτερος
Είναι η σύνταξή σου.

Άμα γεράσει ο άνθρωπος
Και δεν αυτοσυντηρείται
Καλύτερα ο θάνατος
Παρά να τυρρανιέται..


Σε μια γωνιά τον βάζουμε
Το φουκαρά το γέρο
Και για να τον κοιτάξουνε
Χρειάζεται συμφέρον.

‘Αμα γεράσει ο άνθρωπος
Και φύγουν τα παιδιά του
Του είναι απαραίτητο
Νάχει τη συντροφιά του.

Και άμα φύγει ένας από τους διό
Ο άλλος γίνεται  ένα κουρέλι
Ο ένας τον σπρώχνει από τη μια  
Κι ο άλλος δεν τον θέλει.

Τη συμβουλή μου ανάλυσα
Και μην την εξεχάσεις
Να τη διαβάζεις πάντοτε
Αλλά προτού γεράσεις.